Aπό την παιδική ηλικία μάς στοιχειώνουν οι στιγμές σύνδεσης και αποσύνδεσης με τους φροντιστές μας.

Eίναι έτσι κι αλλιώς η ύψιστη προτεραιότητα ενός παιδιού, ο θεμελιώδης εξελικτικός προγραμματισμός του, η πρώτη οργανισμική ανάγκη του: να συνδεθεί για να επιβιώσει.

Οι τρόποι με τους οποίους το παιδί καταφέρνει και συνδέεται με τον γονιό (οι συμπεριφορές του που το προκαλούν ή που εικάζει ότι το προκαλούν) κι αντίστοιχα οι περιστάσεις κατά τις οποίες αισθάνεται να αποσυνδέεται (οι συμπεριφορές του που το προκαλούν ή που εικάζει ότι το προκαλούν) καθορίζουν τις ασυνείδητες στρατηγικές του, το “σενάριο ζωής” του, την αυτοεικόνα του, την ταυτότητά του.

Έτσι μπορώ να επιβιώσω και από την άλλη έτσι διακινδυνεύω την επιβίωσή μου.”

Όχι με τέτοια ρητή επίγνωση φυσικά αλλά με αυτήν ακριβώς την αίσθηση υπαρξιακής κρισιμότητας και αγωνίας επί της ουσίας. Ένα παιδί που ενστικτωδώς φοβάται μην το παρατήσουν αφρόντιστο, ατάιστο, καταδικασμένο να πεθάνει. Αυτό φοβάται κατά βάθος, την αποκοπή, την εγκατάλειψη, την ανυπαρξία.

Κι αυτό συνεχίζουμε να φοβόμαστε και στη συνέχεια, μεγαλώνοντας, μπαίνοντας στον αυτόματο πιλότο, ακολουθώντας αυτόματα τα πατημένα νευρολογικά μονοπάτια, τις μαθημένες ερμηνείες και τις μαθημένες στρατηγικές. Ανομολόγητα, ανορθολογικά, αλλά σταθερά με το ίδιο υπαρξιακό βάρος, εξακολουθούμε να φοβόμαστε την αποκοπή, την εγκατάλειψη και την ανυπαρξία.

Με αυτόν τον τρόπο δρομολογούνται τα μετέπειτα άγχη τού ενήλικα και η προσωπική του πάλη.

Αγχωνόμαστε να κατακτήσουμε ή/και να διατηρήσουμε την εικόνα με την οποία μας “έβλεπε” ή μας ήθελε ο γονιός, αυτήν που εξασφάλιζε τη σύνδεση.

Αγχωνόμαστε μην επαληθεύσουμε την εικόνα την οποία απέρριπτε ή παρέβλεπε ο γονιός, αυτήν που περιέγραφε όταν θύμωνε, αυτήν που συστηματικά αγνοούσε, την εκδοχή μας που επέσειε τον κίνδυνο της αποσύνδεσης.

Φοβόμαστε μην αποδειχθούμε “αυτό“, αντί για το “άλλο“.

Ένας μόνιμος Εσωτερικός Κριτής εγκαθίσταται για να εξασφαλίσει την τήρηση αυτών των προτεραιοτήτων: “Μην είσαι ____!” “Μην κάνεις _____!”, “Έγινες πάλι _____!”. Είναι ο μπαμπούλας της απόρριψης, που μετατρέπεται σε έναν σκληρό επιβλέποντα, αξιολογητή, αυστηρό διορθωτή, καμιά φορά και βασανιστή.

Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε αυτές τις συμπληγάδες των “πρέπει να είσαι…” και των “μην είσαι…“, στριμώχνεται, χάνεται, αδικείται αυτό που μπορούσαμε να είμαστε, αυτό που μπορούμε να είμαστε. Η πιο αποτελεσματική και λειτουργική εκδοχή μας – καθώς είναι η μόνη αληθινή, η μόνη αβίαστη, η μόνη ολόκληρη.

Κάπου εκεί, χάνεται η επαφή με το Εδώ και Τώρα, στο οποίο μπορεί να ισχύουν (κατά κανόνα ισχύουν) παντελώς άλλοι κανόνες σύνδεσης και αποσύνδεσης. Στο οποίο ισχύουν παντελώς άλλα δεδομένα για την ικανότητά μας να επιβιώνουμε και μόνοι, αυτόνομοι, συμφιλιωμένοι, βιώσιμα ατελείς, λειτουργικά αυθεντικοί, διατηρώντας το δικαίωμα να αλλάζουμε και να εξελισσόμαστε, να συνδεόμαστε και να αποσυνδεόμαστε, παραμένοντας όμως πια ασφαλείς.

Ως υπεύθυνοι ενήλικες, ως οι ψυχικοί γονείς του εαυτού μας πλέον, καλούμαστε να ανακαλύψουμε, να αποδεχτούμε, να αγαπήσουμε και να εξελίξουμε αυτήν ακριβώς την εκδοχή μας.