Ο θυμός καθ’ εαυτόν είναι φυσιολογικό μέρος του ανθρώπινου ρεπερτορίου. Είναι ένας μηχανισμός έντονης σωματικής κινητοποίησης που ενεργοποιείται όταν κάτι παρεμβάλλεται ανάμεσα σε μας και την ικανοποίηση μιας σημαντικής ανάγκης μας, όταν κάτι απειλεί ή ήδη προσβάλλει την ανάγκη μας αυτή.
Ο θυμός μας προετοιμάζει σε σωματικό επίπεδο για να αντιδράσουμε σε αυτήν την απειλή ή προσβολή της ανάγκης μας.
Πρόκειται για έναν μηχανισμό βαθιά εδραιωμένο στα γονίδια, τον εγκέφαλο και το ενδοκρινικό σύστημά μας, εξελικτικά κατάλληλο για να αντιμετωπίσει φυσικές/σωματικές απειλές.
Κι όπως συμβαίνει με πολλούς ανάλογους μηχανισμούς του εγκεφάλου (πχ άγχος), τα προβλήματα προκύπτουν από το ότι πλέον τον ενεργοποιούμε και για μη σωματικές, για ψυχολογικές ή για συμβολικές απειλές. Διατηρεί, ωστόσο, τη σημασία του ως διαδικασία κινητοποίησης του οργανισμού, άμυνας, αντίδρασης και οριοθέτησης.
Τα βασικά συστατικά τού θυμού, επομένως, είναι:
α) κάποια ανάγκη η οποία αναγορεύεται σε σημαντική,
β) κάτι που (πιστεύουμε ότι) εμποδίζει την ικανοποίησή της και
γ) η αντίδραση μας σε αυτό.
Ο θυμός, αν αφεθεί μόνος του, είναι σχεδόν αντανακλαστικός. Γρήγορος και παρορμητικός στη φύση του. Θυμικός (δηλαδή συναισθηματικά φορτισμένος), ενσώματος, ακατέργαστος και «πρωτόγονος» ή «ζωώδης».
Εξυπακούεται ότι στην περίπλοκη και οργανωμένη κοινωνικά και πολιτισμικά ζωή που ζούμε ο θυμός καλείται να ρυθμιστεί, να σταθμιστεί, να τεθεί υπό τον έλεγχο ανώτερων λειτουργιών του εγκεφάλου, που θα τσεκάρουν το «αν», το «πόσο» και το «πώς» του.
Πάμε πίσω στα συστατικά του θυμού, για να δούμε τι καλείται να περιλαμβάνει αυτή η ρύθμιση:
Ποια ανάγκη;
Απειλείται ή πλήττεται όντως κάποια ανάγκη μου;
Ποια;
Είναι σημαντική;
Πόσο είναι αληθινή και πόσο μια κατασκευή του μυαλού χωρίς επίκαιρο αντίκρισμα στην πραγματικότητα;
Ποια απειλή ή προσβολή;
Με απειλεί ή με πλήττει όντως κάτι;
Πώς;
Πόσο σοβαρά;
Από ποιον ή τι πραγματικά προέρχεται;
Ποια αντίδραση;
Τι μού έρχεται να κάνω;
Τι συνέπειες θα έχει για μένα;
Τι συνέπειες θα έχει για το αντικείμενο του θυμού μου;
Τι συνέπειες για άλλους;
Πόσο συμβατή είναι η αντίδραση με γενικότερες αξίες ή κανόνες που αναγνωρίζω ή με άλλες ανάγκες και συμφέροντά μου;
* Εδώ πχ μπορεί να υπεισέλθουν η ανάγκη μας για διατήρηση της σύνδεσης (με συγκεκριμένο πρόσωπο ή με την κοινωνική ομάδα, τις νόρμες και τις αξιολογήσεις της), το συμφέρον να τηρούμε τους νόμους και να αποφεύγουμε τις συνέπειές τους, οι προσωπικές αξίες μας, ο ιδανικός εαυτός, η συνέπεια προς αυτό που θέλουμε να είμαστε ή να γίνουμε. Γίνεται δηλαδή μια στάθμιση κόστους/οφέλους (σε ενδοπροσωπικό, διαπροσωπικό και κοινωνικό επίπεδο.
Επομένως, τα κριτήρια για το αν ο θυμός μας είναι προσαρμοστικός, όπως λέμε, ή όχι, λειτουργικός ή όχι, κατάλληλος, ή έστω συγγνωστός, ή όχι, είναι:
α) αν η απειλή είναι πραγματική και σοβαρή,
β) αν η ανάγκη που διακυβεύεται είναι πραγματική και σημαντική και
γ) αν η αντίδρασή μας είναι ανάλογη (ποια αντίδραση-για ποια προσβολή-ποιας ανάγκης) και αξιακά, διαπροσωπικά και κοινωνικά σταθμισμένη.
Κι αν σας ακούγονται πολλά αυτά για να τα κάνει ένας άνθρωπος που ήδη έχει θυμώσει, πρέπει να σας πω ότι τα κάνει έτσι κι αλλιώς τις περισσότερες φορές, ασχέτως αν όχι τελικά πετυχημένα ή όχι.
Την αποτίμηση και τη σύνθεση όλων των παραπάνω (αφορμή, συναισθηματική αντίδραση, πρόθεση συμπεριφορικής αντίδρασης, πιθανές συνέπειες, υπέρ και κατά, διακυβεύματα: ανήκειν, κοινωνικά αναγνωρίσιμη αυτοεικόνα, , εσωτερική αξιακή συνέπεια κλπ) την κάνει ο κατεξοχήν φορέας των ανώτερων γνωστικών λειτουργιών, ο προμετωπιαίος φλοιός, το εμπρόσθιο τμήμα του εγκεφάλου. Το αν θα το κάνει καλά, είναι θέμα γενετικής προδιάθεσης, βιωμάτων αλλά – ευτυχώς – και εκπαίδευσης και εξάσκησής του.
Οι δομές του εγκεφάλου που γεννούν τον θυμό είναι άλλες, πιο «πρωτόγονες», πιο ενστικτώδεις. Είναι το λιμβικό ή μεταιχμιακό σύστημα, με κυρίαρχο ρόλο αυτόν της αμυγδαλής, δύο δομών με σχήμα αμυγδάλου στο κέντρο του εγκεφάλου, μια σε κάθε ημισφαίριο. Η αμυγδαλή είναι η έδρα της συναισθηματικής επεξεργασίας στον εγκέφαλο, ειδικά των συναισθημάτων που σχετίζονται με φόβο και απειλή. Συνοπτικά, η αμυγδαλή ταχύτατα (αλλά και λίγο τσαπατσούλικα) αναγνωρίζει κάτι ως απειλή, σε συνεργασία με τον ιππόκαμπο (μνήμη), και κινητοποιεί το σώμα μέσω της υπόφυσης (που πλημμυρίζει το σώμα με τις ορμόνες για τις αντιδράσεις μάχης, κατεξοχήν αδρεναλίνη και κορτιζόλη). Η παραπάνω δραστηριότητα επικοινωνείται νευρωνικά στον προμετωπιαίο φλοιό, ο οποίος επανεξετάζει αυτήν την πρώτη αντίδραση και τη ρυθμίζει: είναι ακριβής; τι άλλα δεδομένα υπάρχουν; είναι ανάλογη; πώς προβλέπεται να μας στοιχίσει κλπ κλπ.
Δε θα επεκταθούμε εδώ περισσότερο, πάμε στην πιο βασική πρακτική συμβουλή που μπορεί κανείς να δώσει για την αποτελεσματικότερη ρύθμιση του θυμού:
Χρόνος.
Χρόνος, για να προλάβει ο προμετωπιαίος φλοιός να ρυθμίσει την αρχική κινητοποίηση της αμυγδαλής, να την επικαιροποιήσει (γιατί κατά πολύ βασίζεται στη μνήμη, σε μαθημένες εκτιμήσεις και αντιδράσεις), να τη μετριάσει, να την εξορθολογίσει.
Χρόνος, που σημαίνει φυσική απόσταση (αν είναι δυνατή) από το ερέθισμα που στάθηκε ως αφορμή ή έστω αναστολή (καθυστέρηση) της αντίδρασης.
Από κει κι έπειτα, όσο πιο «γυμνασμένος» είναι ο προμετωπιαίος φλοιός, τόσο ταχύτερα και αποτελεσματικότερα θα ασκήσει τη ρυθμιστική αρμοδιότητά του.
Τι τον γυμνάζει; Ο αναστοχασμός (η αυτοανάλυση, ας πούμε, η νηφάλια επανεξέταση συναισθημάτων, σκέψεων, συμπεριφορών, αλλά και η παρατήρηση και ανάλυση των άλλων), το Mindfulness (μια τεχνική εξάσκησης της προσοχής και της ενδοσκόπησης), η προσωπική θεραπεία.
Η ιδανική ακολουθία είναι: βιώνω (αμυγδαλή + σωματικές αντιδράσεις μέσω της υπόφυσης) – αναγνωρίζω (προμετωπιαίος φλοιός σε συνεργασία με άλλα κέντρα του εγκεφάλου, πχ τη νήσο) – ρυθμίζω (προμετωπιαίος φλοιός που στέλνει ανασταλτικά σήματα στην αμυγδαλή και την υπόφυση) – επιλέγω (προμετωπιαίος φλοιός). Εκ των υστέρων η ακολουθία μπορεί να είναι βίωσα – αναγνωρίζω – αναστοχάζομαι – διορθώνω ή μαθαίνω.
Μπορεί ο θυμός να κρύβει άλλα συναισθήματα;
Ναι, πολύ συχνά. Ειδικά ο χρόνιος ή ο διάχυτος και ακαθόριστος θυμός. Ο θυμός μπορεί να καλύπτει θλίψη, πένθος, μια συνολικότερη ματαίωση για τη ζωή. Έχει μια ενδιαφέρουσα ερώτηση εκεί, που καμιά φορά κάνουμε στις συνεδρίες: «Αν δεν ένιωθα θυμό, τι θα ένιωθα;»
Ο θυμός επίσης συχνά συνιστά άσκηση των αμυνών της προβολής και της μετάθεσης (επιλέγω «κάτι» εκεί έξω να «φταίει», αντί να έρθω αντιμέτωπος με τα πραγματικά αίτια).
Τις περισσότερες φορές η διαδικασία ανακάλυψης του κρυμμένου από τον θυμό συναισθήματος (το οποίο ασυνείδητα βιώνεται ως πιο απειλητικό, πιο δυσβάσταχτο από τον θυμό) είναι πιο περίπλοκη και απαιτεί τρυφερή επιμονή στη διερεύνηση.
Ανακεφαλαιώνοντας, τι καλούμαι να κάνω αν θέλω να θυμώνω πιο λειτουργικά:
- Να αναγνωρίζω με τι θύμωσα εν προκειμένω και με τι θυμώνω γενικά (triggers).
- Να δέχομαι ότι θύμωσα (ο αρνημένος/καταπιεσμένος, άρα εξ ορισμού αρρύθμιστος, θυμός μπορεί να αποβεί πιο επικίνδυνος, είτε σωρευόμενος και εκτονωνόμενος αργότερα εκρηκτικά, είτε σωματοποιούμενος).
- Να αναγνωρίζω, να επανεξετάζω και να αναθεωρώ αυτόματες/μαθημένες ερμηνείες για το τι είναι «απειλή» ή «προσβολή» ή «ανάγκη», αν δικαιολογούν αντίδραση και ποια.
- Να καθυστερώ την αντίδρασή μου, ειδικά αν νιώθω ότι έχει κινητοποιηθεί το σώμα μου πολύ (σημάδι έντονης ενεργοποίησης της αμυγδαλής).
- Να αυτοφροντίζομαι στον θυμό μου, να αυτοκατευνάζομαι (η αποδοχή τού συναισθήματος και του Εαυτού ως θυμωμένου θα είναι το πρώτο βήμα), να χαλαρώνω (η παρατήρηση των ποιοτήτων στο σώμα και η ρύθμιση της αναπνοής είναι καλές τεχνικές). Να απομακρύνομαι και να αποσπώμαι, αν χρειαστεί.
- Να βελτιώνω τους τρόπους αντίδρασής μου, όταν βιώνω θυμό, έτσι ώστε να μην είναι καταστροφικοί ή αυτοκαταστροφικοί. Για παράδειγμα, η ένταση στη φωνή μπορεί να είναι ανεκτή σε συγκεκριμένα πλαίσια, η βία όχι, ποτέ και πουθενά. Το να εκτονωθώ σωματικά χτυπώντας ένα μαξιλάρι μπορεί να είναι αζήμιος τρόπος διοχέτευσης της σωματικής έντασης, το να βλάψω πράγματα, ζώα, τον εαυτό μου ή άλλους ανθρώπους όχι. Το να αλλάξω τόνο και ύφος μπορεί να είναι ανεκτό, το να καθυβρίσω τον άλλον όχι κλπ. Χρειάζεται να συνομολογώ με τον εαυτό μου (ή με τους Σημαντικούς Άλλους τη ζωής μου) «κόκκινες γραμμές» και να τάσσομαι στην τήρησή τους με επιμονή.