Όσοι παρακολουθείτε ψυχολογικού περιεχομένου αναρτήσεις ή δημοσιεύματα, ή ίσως έχετε διαβάσει σχετικά βιβλία, θα έχετε συναντήσει πιθανότατα τον όρο “το Παιδί Μέσα Μου” (γράφω με κεφαλαία τα αρχικά, για να ξεχωρίζει ότι πρόκειται για συγκεκριμένη ψυχολογική/συμβολική έννοια).

Τι είναι αυτό το “Παιδί”; Είναι μια σαχλαμάρα ψευτοψυχολογική; Μια κοινοτοπία χωρίς περιεχόμενο; Μια υπερβολικά συναισθηματική κανακευτική ατάκα ή κάτι άλλο; Έχει επιστημονική βάση ή όχι;

Η έννοια “το Παιδί Μέσα Μου” ειναι ένας συνοπτικός και συμβολικός τρόπος να περιγράψουμε τα πρότυπα ερμηνειών, συμπεριφορών και κυρίως συναισθηματικών αντιδράσεων τα οποία εδραιώθηκαν και αποθηκεύτηκαν στον εγκέφαλό μας ήδη από την παιδική μας ηλικία. Είναι στην ουσία σύνθετες μνήμες που ανασύρονται και διεκδικούν την εφαρμογή τους στο εδώ και τώρα.

Τις μνήμες γενικά ο εγκέφαλος τις χρησιμοποιεί για να κατανοήσει τον κόσμο και για να αντιδράσει σε αυτόν με τον καλύτερο συνδυασμό αποτελεσματικότητας, ταχύτητας και οικονομίας δυνάμεων. Κάτι σαν “Γρήγορα! Τι από ό,τι έχω βιώσει μοιάζει με αυτό που συντελείται αυτήν τη στιγμή; Α, αυτό. Άρα θα αντιδράσω έτσι, όπως παλιά”.

Η παγίδα είναι ότι την “αποτελεσματικότητα” ο εγκέφαλος (ή τουλάχιστον ένα μεγάλο μέρος του) τη συνάγει από το ότι κάτι έγινε ξανά και ξανά (άρα κατά τεκμήριο περιγράφει με ακρίβεια τον κόσμο). Χωρίς τη μεσολάβηση των ανώτερων (των μεταγνωστικών, όπως λέγονται) λειτουργιών (που απαιτούν χρόνο και ενέργεια, οπωσδήποτε και εξάσκηση) η “αποτελεσματικότητα” έχει αυτόν τον αυτοματισμό. Νευρολογικά αυτό μεταφράζεται ως λειτουργική και δομική ενίσχυση των σχετικών νευρωνικών συνδέσεων: “ανάβουν” συχνά (χρησιμοποιούνται), άρα ενισχύονται και προτιμώνται.

Το “Παιδί Μέσα Μου”, λοιπόν, περικλείει τέτοιες μνήμες. Σύνθετα βιώματα από μια ηλικία που προσπαθούσαμε να καταλάβουμε τον κόσμο και αποθηκεύαμε μανιωδώς “χάρτες πλοήγησης” (γνωστικά και συναισθηματικά σχήματα, όπως λέγονται στη Γνωστική Ψυχολογία), συνταγές για το τι συμβαίνει γύρω μας και μέσα μας και πώς να αποκρινόμαστε με τη συμπεριφορά μας. Με όλους τους περιορισμούς ενός παιδικού μυαλού, ως προς τη δυνατότητα κατανόησης και ανάλυσης. Και σίγουρα με όλους τους περιορισμούς των πολύ συγκεκριμένων συνθηκών μέσα στις οποίες υπήρχαμε.

Οι θεμελιώδεις αυτές μνήμες,

α) προερχόμενες από μια ηλικία είτε προλεκτική, είτε με ατελή λεκτική έκφραση και άκρως περιορισμένη λογική επεξεργασία,

β) όντας προϊόν της αγωνιώδους προσπάθειας ενός άπειρου ανθρώπινου μυαλού να κατανοήσει αυτόν τον τρομακτικό και χαοτικό κόσμο,

γ) όντας επίσης προϊόν της ζωτικής υπαρξιακής ανάγκης του μικρού παιδιού να σχετιστεί – και άρα να νιώσει ασφαλές,

είναι κατεξοχήν συναισθηματικές, κατά πολύ συμβολικές και άρρητες (διεγείρονται και περιγράφονται καλύτερα με σύμβολα, παρά με λέξεις) και έτσι περιορισμένα μόνο προσβάσιμες με τη λογική. Στην ηλικία εκείνη βιώναμε, νιώθαμε και συσχετίζαμε σύμβολα, δεν αναλύαμε ορθολογικά. Τέτοιο περιεχόμενο έχουν, επομένως, και οι αντίστοιχες μνήμες. Και τέτοια triggers.

Αυτά τα αυτόματα μοτίβα αντιδράσεων, λοιπόν, είναι εκεί, σαν τεράστια βιβλία με πολλές εικόνες και σχήματα και κάπως ακατάληπτο περιεχόμενο, σε προεξέχον ράφι της μνήμης μας. Life 101, θα μπορούσαν να λένε απέξω, Βασικοί Κανόνες Ζωής. Ή “Πώς Να Επιβιώσεις και να Συνδεθείς με Ασφάλεια”.

Εννοείται πως, ανάλογα με τα πρώιμα βιώματά μας, τα πρότυπα αυτά μπορεί να είναι λειτουργικά ή δυσλειτουργικά, σε ποικίλους βαθμούς. Για την ακρίβεια, όταν πρωτοδημιουργήθηκαν ήταν κατά κάποιον τρόπο όλα λειτουργικά, με την έννοια του “προσαρμοστικά”, ήταν ό,τι καταλληλότερο μπορούσε να συλλάβει ο παιδικός εγκέφαλός μας ως αντίδραση στον πολυ συγκεκριμένο κόσμο μας. Μετά, ετεροχρονισμένα, μπορεί να αποβούν μη βοηθητικά έως και αυτοκαταστροφικά (πχ μπορεί να γενικεύουν μια κατάσταση που ζήσαμε στην οικογένειά μας και να την προβάλλουν σε νέες καταστάσεις, που όμως δεν είναι ίδιες).

Ήδη μαντεύετε τις περιπλοκές που αυτή η ψυχική δομή γεννά στην ενήλικη ζωή μας:

Συχνά, ιδίως σε καταστάσεις που αφορούν τη συσχέτισή μας με άλλους ανθρώπους και την ασφάλειά μας (κατεξοχήν το πεδίο αναφοράς του Παιδιού Μέσα Μας), αντιδρούμε ανασύροντας και αναπαράγοντας αυτά τα παιδικά μνημονικά πρότυπα. Και αυτό γίνεται ασυνείδητα, αυτόματα, ταχύτατα και ενίοτε ανεξέλεγκτα – ακριβώς λόγω αυτής της προεξάρχουσας θέσης των μνημών αυτών ως ακρογωνιαίων λίθων στο σύστημα κατανόησης του κόσμου που έχουμε αποθηκευμένο.

Και μπορεί να έχουμε δομήσει έναν άλλον εαυτό, πιο ενήλικο, λογικό, ψύχραιμο, κοινωνικά έμπειρο, αλλά σε τέτοια ζητήματα να αντιδρούμε “σαν παιδιά”, σαν τα παιδιά που υπήρξαμε. Και ταυτόχρονα να απορούμε γι’ αυτό ή να θυμώνουμε με τους εαυτούς μας. Όταν τουλάχιστον – στην καλή εκδοχή – το αντιλαμβανόμαστε.

Πώς αλλάζει αυτό, έστω μερικώς; Ποιος είναι ο ρόλος της θεραπείας;

Στη θεραπεία μαθαίνουμε:

α) να αναγνωρίζουμε αυτά τα πρότυπα αντιδράσεων, να καταλαβαίνουμε την προέλευσή τους, τα συστατικά τους, τις εσφαλμένες εξισώσεις και τα λογικά σφάλματα που μπορεί να περιλαμβάνουν,

β) να ρυθμίζουμε όσο μπορούμε τον αυτοματισμό τους αναπτύσσοντας τον λεγόμενο μεταγνωστικό έλεγχο, μηχανισμούς εσωτερικού feedback και αυτορρύθμισης (φανταστείτε ιδανικά – και κάπως φλύαρα διατυπωμένο – κάτι σαν “χμμ, τώρα αισθάνομαι και σκέφτομαι αυτό και θέλω να κάνω αυτό, είναι μια γνώριμη αλληλουχία απόκρισης σε τέτοιες καταστάσεις, ξέρω όμως πια ότι δεν είναι συνήθως ακριβής και βοηθητική, ας δω τι εναλλακτικές αντιδράσεις μπορώ να έχω”).

Ωστόσο, όπως ένα αξιόπιστο σώμα ερευνών έχει δείξει, από μόνη της η ενίσχυση ενός λογικού Ενήλικα, που θα παραμένει σε επιφυλακή και θα προλαβαίνει ή διορθώνει τον παρορμητισμό του Παιδιού μέσα μας, δεν αρκεί. Το τελευταίο θα εξακολουθεί να παράγει τις αντιδράσεις που κάποτε είχε μάθει. Κι όντας πανίσχυρο, εξοπλισμένο με το συναισθηματικό συστατικό στις μνήμες που περιέχει (άρα με μια ταχύτητα και σωματική ένταση στην κινητοποίηση που προκαλεί), πολύ συχνά θα επικρατεί, διαφεύγοντας τον έλεγχο του Ενήλικα μέσα μας.

Για να αλλάξει σε βάθος αυτή η δυναμική πρέπει να απευθυνθούμε στο Παιδί Μέσα Μας με διορθωτικές συναισθηματικές εμπειρίες. Χρειάζεται δηλαδή να εγγράψουμε νέες συναισθηματικές μνήμες, ουσιωδώς διαφορετικές από τις αποθηκευμένες. Και το αισιόδοξο είναι ότι δεν χρειάζεται να πέσουμε πχ σε συμβολικούς “νέους γονείς”, που θα διορθώσουν αυτές τις εγγραφές φερόμενοι προς εμάς διαφορετικά. Μπορούμε να τις διορθώσουμε οι ίδιοι, απευθυνόμενοι στον εαυτό μας με νέους τρόπους, φερόμενοι στον εαυτό μας με νέους τρόπους, που θα έχουν οπωσδήποτε συναισθηματικό περιεχόμενο, εσωτερικεύοντας νέες εμπειρίες συσχέτισης, ασφάλειας και αποδοχής.

Τους πρώτους νέους τέτοιους τρόπους θα τους ενσαρκώσει και θα τους μεταδώσει (ως υλικό προς εσωτερίκευση) ο θεραπευτής (συχνά συναντώντας – εύλογα – τη δυσπιστία του πελάτη). Όπως έγραφε, ήδη το 1950, η ψυχίατρος-ψυχαναλύτρια Frieda Fromm-Reichmann, “Patients need an experience, not an explanation”. Ο δε Carl Rogers βάσισε όλη του τη θεραπευτική θεωρία σε αυτό. Κι από τις νεότερες θεραπευτικές θεωρίες αυτό αντιλήφθηκαν και πρεσβεύουν όλες οι θεραπείες του λεγόμενου Third Wave CBT.

Κι αυτό σημαίνει ότι θα αλλάξει οριστικά αυτό το εσωτερικό ψυχολογικό Παιδί;

Σε κάποια ναι, σε κάποια όχι. Κάποια βιώματα ίσως παραήταν έντονα για να σβηστεί η επενέργειά τους (το πιθανότερο είναι όμως ότι θα μαλακώσει). Το σίγουρο είναι ότι θα μάθουμε να συνυπάρχουμε καλύτερα μαζί του, με λιγότερο εσωτερικό διχασμό, με λιγότερη σύγχυση, με λιγότερη εσωτερική μοναξιά και με περισσότερη απαρτίωση, άρα και γαλήνη.