Από τους χειρότερους προγνωστικούς δείκτες για την ψυχική υγεία είναι η φτώχεια.
Eύκολα μπορεί κανείς να καταλάβει γιατί: συνεπάγεται ψυχοπιεστικές συνθήκες, αυξημένο άγχος επιβίωσης, περισσότερες απειλές, ματαιώσεις και απώλειες, επαχθέστερες υλικές συνθήκες, μειωμένους πόρους για αυτοφροντίδα, αναψυχή και αυτοπραγμάτωση, περιορισμένη ή χαμηλότερης ποιότητας πρόσβαση σε υπηρεσίες σωματικής και ψυχικής υγείας.
Ψυχολογικά προβλήματα απαντώνται φυσικά σε κάθε κοινωνική τάξη – η ζωή, η τύχη και το ανθρώπινο μυαλό διαθέτουν αστείρευτη φαντασία και ικανότητα να τα δημιουργούν υπό τις πιο ποικίλες συνθήκες.
Ωστόσο θα ήταν υποκρισία (και αδικία) να μην αναγνωρίσουμε πολλή αλήθεια στο γνωστό “όπου φτωχός κι η μοίρα του”: οι φτωχότεροι έχουν μικρότερη ευελιξία στη διαχείριση των προβλημάτων αυτών, λιγότερες εναλλακτικές, λιγότερα μέσα, άρα μεγαλύτερη ευαλωτότητα.
Από τις σχετικές ψυχολογικές έρευνες όμως προκύπτει ένα άλλο ενδιαφέρον εύρημα:
Πέρα από ένα επίπεδο κρίσιμο για την επιβίωση και την ικανοποίηση βασικών αναγκών, αυτό που στοιχίζει ψυχολογικά είναι όχι τόσο η αντικειμενική οικονομική υστέρηση αλλά η αντιληπτή ανισότητα, το πώς τοποθετεί κανείς τον εαυτό του στην κοινωνική πυραμίδα, το πώς αντιλαμβάνεται τη θέση του συγκριτικά με άλλους.
Έτσι, βλέπουμε ανθρώπους σε κοινωνίες που γενικά δεν έχουν πλούτο να είναι ευτυχισμένοι μολονότι έχουν όλοι χαμηλό εισόδημα αντικειμενικά, ακριβώς επειδή συντρέχει αυτό το “όλοι”, επειδή δεν υπάρχουν έντονες κοινωνικές ανισότητες.
Κι από την άλλη βλέπουμε ανθρώπους σε ευημερούσες κοινωνίες, με ατομικά εισοδήματα και πρόσβαση σε υπηρεσίες μακράν καλύτερα από τους πρώτους, να είναι δυστυχισμένοι επειδή αντιλαμβάνονται πολλούς να είναι σε καλύτερη μοίρα, επειδή στις κοινωνίες τους υφίσταται έντονη ανισότητα την οποία μεταφράζουν ως προσωπική υστέρηση, ως προσωπική ανικανότητα ή αναξιότητα ή ως χάσμα το οποίο πρέπει οπωσδήποτε να καλυφθεί.
Μπορεί έτσι να βιώνουν (όχι από τις συνθήκες τους πρωτογενώς αλλά από τη σύγκριση των συνθηκών τους με τις συνθήκες των διπλανών) άγχος, κατάθλιψη, θυμό, αδικία, απελπισία, ενοχές.
Μπορεί να εξαντλούνται προσπαθώντας να βελτιώσουν την κοινωνική κατάταξή τους.
Μπορεί επίσης να απελπίζονται, να μειώνουν την απόδοσή τους, να χάνουν την κινητοποίησή τους πλήττοντας τη συνολική αίσθηση ικανοποίησής τους και την ποιότητα ζωής τους.
Επομένως, ναι, αναντίρρητα και πρωταρχικά η φτώχεια ως αντικειμενική κατάσταση βλάπτει σοβαρά την ψυχική υγεία και οφείλουμε σταθερά ως κοινωνίες να κάνουμε κάτι γι’ αυτό.
Αλλά και οι μεγάλες ανισότητες ή η κουλτούρα του έντονου κοινωνικού ανταγωνισμού βλάπτουν σοβαρά την ψυχική υγεία και οφείλουμε να κάνουμε κάτι ΚΑΙ γι’ αυτό.
Επιπλέον, για να μη χανόμαστε σε μια θέση μαθημένης αβοηθησίας, ως άτομα καλούμαστε να θυμόμαστε ότι το πώς αντιλαμβανόμαστε τη θέση μας, το ποια είναι τα κίνητρα και οι αξίες μας, το τι ανάγουμε σε σημαντικό, το αν θα ενδώσουμε ή θα αντισταθούμε στον κοινωνικό κομφορμισμό, το πού επιρρίπτουμε την προσοχή μας, το αν κάνουμε συγκρίσεις με το προβεβλημένο “καλύτερο” του άλλου ή παραμένουμε παρόντες στη ζωή μας, το τι αφήγηση κατασκευάζουμε και συντηρούμε για τον εαυτό μας και τη ζωή μας, μπορούν επίσης να βλάψουν ή να προστατέψουν την ψυχική υγεία μας.
Υ.Γ. Αυτονόητα τα social media αλλά και η πρόσβαση σε μια παγκοσμιοποιημένη πληροφόρηση επηρεάζουν πλέον δραματικά τα παραπάνω.