Υπάρχει «αληθινός εαυτός»;
Σίγουρα θα έχετε διαβάσει παραινέσεις να βρείτε τον «αληθινό» εαυτό σας, τον «πραγματικό», τον «αυθεντικό» κλπ.
Επηρεασμένοι από τέτοιες «αποκαλυπτικού» τύπου ατάκες πολλοί πιστεύουν ότι υπάρχει μέσα μας μια πολύ συγκεκριμένη εκδοχή μας, ένας ακέραιος, καθαρός «άλλος εγώ», που περιμένει να βρεθεί και να εκφραστεί για να είμαστε ευτυχισμένοι.
Είναι όμως έτσι;
Αρχικά, τι είναι «εαυτός»;
Η αίσθηση του εαυτού είναι μια συνεκτική ιστορία που λέει ο εγκέφαλός μας για εμάς προκειμένου να βγάλει νόημα και να μας τοποθετήσει στο επίκεντρο των εμπειριών μας (υφαίνοντας αυτό που λέμε «αυτοβιογραφική μνήμη»). Είναι μια αφήγηση.
Η αφήγηση αυτή σχηματικά (και απλουστευτικά) συντίθεται από δύο ομάδες δεδομένων:
Ομάδα Α:
Μνήμες και μάθηση από το παρελθόν.
Πιο συγκεκριμένα:
αα) Οι προηγούμενες εμπειρίες μας (ειδικά αυτές που επαναλαμβάνονταν ή αυτές που είχαν έντονο συναισθηματικό πρόσημο),
ββ) Οι ισχυρές επιρροές των «σημαντικών άλλων» της ζωής μας (κατεξοχήν των γονέων ή των φροντιστών, αλλά και άλλων προσώπων ή της ομάδας και της κοινωνίας όπου ανήκουμε). Τα «πρέπει» και «δεν πρέπει» τους, τα «περιμένω από εσένα» τους. Τα «έτσι σε βλέπω» και «έτσι/τότε συνδέομαι μαζί σου» από μέρους τους.
Το περιεχόμενο των επιρροών αυτών μπορεί να ήταν θετικό ή αρνητικό, ακριβές ή όχι, φροντιστικό και ενθαρρυντικό ή αντιθέτως καταπιεστικό, επικριτικό, έως και κακοποιητικό. Κυρίως, μπορεί να ήταν σύμφωνο με τις πραγματικές εμπειρίες μας ή ξένο. Όλα αυτά σε ποικίλους βαθμούς και σε περίπλοκα προσωπικά μείγματα (για άλλους ευχάριστα, για άλλους αδιάφορα και για άλλους δυστυχώς τραυματικά).
Το ενδιαφέρον είναι ότι επειδή οι απαιτήσεις, προσδοκίες και περιγραφές των «σημαντικών άλλων» ήταν εξαιρετικά σημαντικές για τη σύνδεσή μας με αυτούς, άρα και για την επιβίωσή μας, συντελείται συχνά μια διεργασία που λέγεται «εσωτερίκευση» ή «ενδοβολή»: οι δικές τους στάσεις για εμάς γίνονται «δικές μας», τις οικειοποιούμαστε και νομίζουμε ότι εμείς οι ίδιοι τα πιστεύουμε και τα λέμε.
Ομάδα Β:
Οι τρέχουσες/ενεστώσες εμπειρίες μας.
Τα βιώματά μας (εσωτερικά και εξωτερικά, γνωστικά, συναισθηματικά και συμπεριφορικά) στο Εδώ και Τώρα, τα πραγματικά δεδομένα και οι «φρέσκες» επεξεργασίες τους. Τι τώρα θέλω και δεν θέλω, τι τώρα έχω ανάγκη, πώς τώρα νιώθω, για κάτι που συμβαίνει όντως τώρα, πώς τώρα αποτιμώ κάτι, πώς τώρα θέλω να φερθώ κλπ.
Θα το ξέρετε κι από την εμπειρία σας: τα δεδομένα της ομάδας Α επηρεάζουν το αν και πώς αντιλαμβανόμαστε και ερμηνεύουμε τα δεδομένα της ομάδας Β. Λειτουργούν σαν φίλτρο, σαν διαθλαστικό πρίσμα. Παρέχουν έτοιμες προγνώσεις και ερμηνείες και έτοιμες (μαθημένες) αντιδράσεις.
Ωστόσο, όσο περισσότερο η αφήγηση περί εαυτού ορίζεται από τα δεδομένα της ομάδας Α, τόσο περισσότερο κινδυνεύει να είναι μια ιστορία παρωχημένη, ανελαστική, περιοριστική και ανακριβής.
Όσο περισσότερο εμπλουτίζεται από/συνηχεί με τα δεδομένα της ομάδας Β, τόσο πιο αντιπροσωπευτική, ακριβής και αποτελεσματική (ως πιο προσαρμοστική) θα είναι.
Για να κινηθούμε, επομένως, προς μια πιο ελεύθερη, λειτουργική και ψυχικά υγιή αφήγηση περί εαυτού χρειάζονται δύο πράγματα:
α) Να χαρτογραφήσουμε όσο το δυνατόν περισσότερο τι περιέχει η ομάδα Α. Να έχουμε επίγνωση πώς μας επηρεάζουν, πώς μας περιγράφουν, πώς μας καταπιέζουν και μας περιορίζουν, τι είδους φίλτρα δημιουργούν μέσα από τα οποία αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητά μας.
β) Να στρεφόμαστε όσο το δυνατόν περισσότερο στο ενεστώς ζωντανό βίωμα, προσπαθώντας να το αντιληφθούμε όσο πιο πρωτογενώς, όχι μέσα από έναν παραμορφωτικό καθρέφτη.
Πώς;
Η σωματική αίσθηση είναι ένας πολύ καλός οδηγός για αυτό. Αρκεί να την αναζητήσουμε και να την αναγνωρίσουμε, απαντώντας σε ερωτήματα τύπου:
– Πώς είμαι πραγματικά τώρα με όλο αυτό;
– Πώς νιώθω στο σώμα μου όλη αυτήν την κατάσταση;
* Η έμφαση στο «όλο» δεν είναι τυχαία. Με αφορμή ένα ερέθισμα νιώθουμε συναισθήματα, κάποια από τα οποία θα είναι φευγαλέα, ρηχά, συγκυριακά, συνειρμικά. Εμείς ψάχνουμε μια συνολικότερη πιο βαθιά αίσθηση για την όλη κατάσταση. Αυτό που καμιά φορά περιγράφουμε ως «βαθιά μέσα μου ξέρω ότι…», αυτό που στη θεραπευτική τεχνική Focusing αποκαλούν «βιωμένη αίσθηση».
Η διεύρυνση είναι επίσης απαραίτητη.
Το να μη μένουμε, δηλαδή, σε μονοθεματικές ερμηνείες (οι οποίες είναι κατεξοχήν ύποπτες να αναπαράγουν τις προκαταλήψεις της ομάδας Α) αλλά αντιθέτως να καλωσορίζουμε και να διερευνούμε περισσότερα κομμάτια μας, διαφορετικές οπτικές και αναγνώσεις, ενίοτε αντίθετες μεταξύ τους (είναι πολύ ΟΚ και δυνητικά πολύ παραγωγικό):
– Τι λένε τα δεδομένα; Τι μου λέει η λογική μου; (ως συμπλήρωμα ενός συναισθήματος
– Τι νιώθω όμως γι’ αυτό; (ως συμπλήρωμα ενός λογικού συλλογισμού)
– Τι άλλο έχει εκεί; (ως γενική πρόσκληση προς εσωτερικές μειοψηφίες ή καταπιεσμένα κομμάτια μας)
Άλλα παραδείγματα με πιο ειδικές ερωτήσεις:
– Με βοηθάει αυτό που συμβαίνει; Με «πλουτίζει»; Μου δίνει χαρά;
– Με βλάπτει; Με περιορίζει; Το νιώθω σαν ξένο;
– Αν μπορούσα… τι θα…;
Κλπ κλπ.
Και τέλος, η οικειοποίηση της ικανότητάς μας για ενέργεια, το agency:
– Τι επιλέγω τώρα;
Με όλη τη σχετικότητα που κουβαλά αυτό το «επιλέγω». Και καμιά φορά την τεράστια δυσκολία. Ας είναι τόσο-όσο.
Με αυτόν τον τρόπο ο εαυτός αφήνεται να αναδύεται (και να αλλάζει) από τις (πιο συνειδητές) ενεστώσες εμπειρίες ψηφίδα-ψηφίδα. Δεν προαποφασίζεται, δεν τσιμεντώνεται στο διηνεκές.
Θα είναι πάλι ανακάτεμα μνημών και εμπειριών. Δεν μπορεί να είναι αλλιώς, έτσι λειτουργεί ο εγκέφαλος. Ούτε θα το θέλαμε αλλιώς (μας είναι χρήσιμη η μάθηση από προηγούμενες εμπειρίες, χρειάζεται επίσης ένα μίνιμουμ εσωτερικής και κοινωνικής συνέπειας, για να μην αισθανόμαστε ή εμφανιζόμαστε αποδιοργανωμένοι και κατακερματισμένοι).
Θα είναι όμως ένα ανακάτεμα α) πιο επίκαιρο, β) πιο ευέλικτο, γ) πιο συνθετικό, περιλαμβάνοντας δηλαδή περισσότερα από τα (πολλά) κομμάτια μας, περισσότερα (ενίοτε αντιφατικά) βιώματα, άρα με καλύτερες πιθανότητες να περιγράφει πληρέστερα αυτό που μπορούμε να είμαστε εκείνη τη στιγμή.
Επομένως, μην ψάχνετε κάπου εκεί μέσα κάποια ολοκληρωμένη αυθεντική εκδοχή σας, η οποία θα σας αποκαλυφθεί πλήρης δόξας. Σχηματίστε την ψηφίδα-ψηφίδα, εμπειρία στην εμπειρία (κι αφήστε την να αλλάζει ελεύθερα).
Ο αληθινός εαυτός είναι «μια διαδικασία», όπως έλεγε κι ο σπουδαίος ανθρωπιστής ψυχολόγος Carl Rogers.