Σύμφωνα με τη Θεωρία του Αυτοπροσδιορισμού (Self-Determination Theory, στο εξής SDT) όλοι οι άνθρωποι, ανεξαρτήτως πολιτισμικού πλαισίου, έχουν τρεις βασικές ψυχολογικές ανάγκες:


Αυτονομία (Autonomy)

Η ανάγκη να κατευθύνουν ελεύθερα τη ζωή τους, να αποφασίζουν για τον εαυτό τους με βάση τις αξίες και τις επιθυμίες τους, να μην ετεροκαθορίζονται.

Ικανότητα (Competence)

Η ανάγκη να αισθάνονται ικανοί και αποτελεσματικοί στην αλληλεπίδρασή τους με το περιβάλλον τους, ότι το ελέγχουν επαρκώς και μπορούν να επιφέρουν αποτελέσματα σε αυτό.

Σύνδεση (Relatedness)

Η ανάγκη να συνδέονται με συγκεκριμένους άλλους, με ομάδες και με το σύνολο, να αισθάνονται ότι ανταλλάσσουν φροντίδα και ασφάλεια και ότι ανήκουν.


Θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι τρεις αυτές ανάγκες αποτελούν όψεις ενός ευρύτερου οργανισμικού προσανατολισμού προς την επιβίωση – τόσο με τη στενή βιολογική έννοιά της, όσο και με την ψυχολογική (ως συγκρότηση και διατήρηση μιας λειτουργικής ψυχικής οργάνωσης). Ξεκίνησαν από πρακτικό εξελικτικό πλεονέκτημα, ωστόσο εξελίχθηκαν σε κάτι πιο σύνθετο και πολυποίκιλο στις εκδηλώσεις του, όπως η ίδια η ζωή και ο ψυχισμός μας. Γι’ αυτό, άλλωστε, η SDT περιγράφει την τάση ικανοποίησης των αναγκών αυτών με ευρύτητα: ως μια πορεία προς την ανάπτυξη (growth), την ολοκλήρωση (integrity) και την ευημερία (well-being), θυμίζοντας στο σημείο αυτό τον Carl Rogers και την “τάση πραγμάτωσης” που είχε δει σε κάθε έμβιο ον – την τάση να γίνονται ό,τι μπορούν και έχουν ανάγκη να γίνουν.

Κι οι υπόλοιπες ανάγκες μας; Η ανάγκη για ικανοποίηση;

Όπως εξηγεί η Θεωρία του Αυτοπροσδιορισμού, όλες οι υπόλοιπες επιμέρους ανάγκες μας πηγάζουν από τις τρεις παραπάνω ως εξειδίκευση ή συνδυασμός τους.

Για παράδειγμα, αυτό που αποκαλούμε “ανάγκη για ικανοποίηση” συνδέεται και με τις τρεις βασικές ανάγκες. Αισθανόμαστε ικανοποίηση όταν:

  • καταφέρνουμε κάτι καλά (Ικανότητα),
  • το κάνουμε αυτόβουλα (Αυτονομία) και
  • αναγνωρίζεται από άλλους (Σύνδεση).

Νευροβιολογικά μιλώντας, αυτό που λέμε “ικανοποίηση” συνιστά την εσωτερική ανταμοιβή για την κάλυψη των βασικών αναγκών μας, ενώ η προσδοκία της ανταμοιβής αυτής μας κινητοποιεί να ενεργήσουμε για να τις καλύψουμε (μέσω του “κυκλώματος ανταμοιβής” στον εγκέφαλο και των αυξομειώσεων της ντοπαμίνης).

Με άλλα λόγια, η “ανάγκη για ικανοποίηση” δεν αποτελεί ξεχωριστή ανάγκη, αλλά περιγράφει την παρόρμησή μας να καλύπτουμε τις βασικές ανάγκες μας, σε διαφορετικούς κάθε φορά συνδυασμούς και αναλογίες.

Ματαιώσεις των βασικών αναγκών και ψυχικά προβλήματα

Στον δρόμο για την ικανοποίηση των αναγκών μας φυσικά θα έχουμε και αποτυχίες.

Η μη ικανοποίηση ή η παρακώλυση κάποιας ανάγκης μας γενικά λέγεται ματαίωση.

Οι ματαιώσεις των βασικών αναγκών μας δεν αναμένεται να μας είναι αδιάφορες. Στο κάτω-κάτω ο οργανωμένος ψυχισμός (ο εγκέφαλός μας αν θέλετε, στις αντίστοιχες νευρωνικές διεργασίες του) οφείλει να εντοπίσει ότι μια βασική ανάγκη μας δεν καλύπτεται και να αναδείξει την κατάσταση με τρόπο αισθητό, έτσι ώστε να αναπροσαρμόσουμε τη στρατηγική μας. Επομένως, ακόμα και εστιακές και περιορισμένες ματαιώσεις των βασικών αναγκών αναμένεται να προκαλέσουν δυσάρεστα συναισθήματα (δυσφορία, απογοήτευση, λύπη, θυμό) ως σήμα προς τον Εαυτό. Πιο σοβαρές και μεγάλης διάρκειας ματαιώσεις μπορούν να προκαλέσουν ψυχική δυσφορία ή στρες μεγαλύτερης έντασης, καμιά φορά εδραιώνοντας ψυχοπαθολογικά μοτίβα σκέψης, συναισθημάτων και συμπεριφοράς.

H SDT, λοιπόν, συνδέει τα ψυχικά προβλήματα με τη ματαίωση των βασικών αναγκών μας, υποστηρίζοντας ότι όταν αυτές μένουν ακάλυπτες για καιρό η ψυχική οργάνωσή μας αντιδρά με χαρακτηριστικούς τρόπους.

Για παράδειγμα:

Η (έντονη και επίμονη) ματαίωση της ανάγκης για ικανότητα προκαλεί αισθήματα αναξιότητας, αδυναμίας, αβοηθησίας ή συμπεριφορές αποφυγής.

Η ματαίωση της ανάγκης για αυτονομία φέρνει εσωτερική πίεση και σύγκρουση, αμυντικότητα, αντιδραστικότητα, θυμό.

Η ματαίωση της ανάγκης για σύνδεση οδηγεί σε μοναξιά, αποξένωση, απόσυρση ή άλλοτε σε κοινωνικό άγχος και κοινωνική υπερεγρήγορση ή άλλοτε σε δυσλειτουργικά μοτίβα συσχέτισης.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, σύμφωνα με την SDT, οι γνωστές κλινικές οντότητες (οι αναγνωριζόμενες ψυχικές διαγνώσεις), πέρα από τυχόν οργανικά ή πιο περίπλοκα ψυχοκοινωνικά αίτια, μπορούν να αναχθούν (κατά ένα μέρος τουλάχιστον) στην ουσιώδη μη κάλυψη μιας από τις βασικές ανάγκες ή (συνήθως) ενός συνδυασμού τους.

Επίλογος: βασικές ανάγκες και κατανόηση

Η SDT αποτελεί μια σύγχρονη, ιδιαίτερα μελετημένη και τεκμηριωμένη θεωρία και συνεισφέρει πολύτιμα εργαλεία σε κάθε διεργασία αυτογνωσίας ή θεραπείας.

Ως πρακτική εφαρμογή, η αναρώτηση “ποια από τις βασικές ανάγκες μου επιδιώκω να ικανοποιήσω” ή “ποια από τις βασικές ανάγκες μου πλήττεται” μπορεί να αποκαλύψει διαστάσεις μιας κατάστασης τις οποίες δεν είχαμε σκεφτεί και να μας προσανατολίσει προς πιο κατάλληλες συμπεριφορές.

Επίσης, αν αναρωτηθούμε το ίδιο για κάποιον άλλον, μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα τα κίνητρα και τη συμπεριφορά του.

Έχει ιδιαίτερα χρηστική αλλά και φιλοσοφική αξία να αντιλαμβανόμαστε τους ανθρώπους ως όντα με ανάγκες, με τις ίδιες, συγκεκριμένες, θεμελιώδεις ανάγκες, τα οποία εκδηλώνουν συμπεριφορές και συναισθήματα σχετικά με την ικανοποίηση ή μη αυτών των αναγκών. Αν μη τι άλλο επιτρέπει περισσότερη κατανόηση, ίσως και επιείκεια.

Για να θυμηθούμε πάλι τον Carl Rogers, τελικά “το πιο προσωπικό είναι και το πιο οικουμενικό”.