Από τη μια υπάρχει η τάση αντικείμενα, λέξεις και τελετουργίες να περιβάλλονται με ιδιότητες μεταφυσικές, “ενεργειακές”, πνευματικές, μαγικές. Να συνδέονται με πολύ συγκεκριμένα νοήματα, τα οποία υποτίθεται ενσωματώνονται σε αυτά, περιμένοντας την αναγνώριση, την επίκληση, την ενεργοποίηση. Να τους αποδίδεται “δύναμη“.

Από την άλλη υπάρχει η πλήρης απόρριψη όλων αυτών, ο ορθολογικός σκεπτικισμός, η θεώρηση τους ως πρωτόγονων προκαταλήψεων και μαγγανειών, ως εμπορικής απάτης, ως αφέλειας, ως σκοταδισμού.

Χωρίς να θέλω να τρομάξω τους δεύτερους, θα πω ότι η αλήθεια είναι κατά κάποιον τρόπο κάπου ανάμεσα. Κι εξηγούμαι:

Από μια άποψη ο πολιτισμός μας είναι πολιτισμός των συμβόλων. Τα αντικείμενα ή μερικές δραστηριότητες ή ο λόγος μας δεν έχουν μόνο πρακτική διάσταση. Ενσωματώνουν συχνά και συμπυκνώνουν, θέλοντας και μη, ένα νόημα. Αποθηκεύουν συνειρμούς. Έχουν “συνυποδηλώσεις” (connotations). Κι εξηγείται αυτό εύκολα από το γεγονός ότι οι εγκέφαλοί μας δεν περιορίζονται στην αισθητηριακή καταγραφή της πραγματικότητας. Την αναλύουν, τη νοηματοδοτούν και ιδίως τη συσχετίζουν συνειρμικά. Χτίζουν μια αφήγηση γύρω από αυτήν, για αυτήν, με βάση αποθηκευμένες μνήμες που επανεπεξεργάζονται, ανανοηματοδοτούνται και κατά το δυνατόν απαρτιώνονται σε μια νέα συνεκτική ερμηνεία ενόψει των νέων δεδομένων.

Την ίδια στιγμή, το εσωτερικό βίωμα, αυτό το σύμπλεγμα σκέψεων, δήλης και άδηλης επεξεργασίας, συναισθημάτων και σωματικών μεταβολών μερικώς μόνο μπορεί να εκφραστεί λεκτικά – το υπόδηλο, το υπαινισσόμενο, το βιωμένο “όλον”, θα είναι πάντα μεγαλύτερο από το ρητά εκφραζόμενο, όπως δίδασκε ο Eugene Gendlin του Focusing.

Παράλληλα, πέρα από την εγγενή ανεπάρκεια της γλώσσας να εκφράσει πλήρως το βίωμα λόγω της πολυπλοκότητας και της διαρκούς αλλαγής του, υφίστανται και ιδιοσυγκρασιακοί περιορισμοί: άνθρωποι μπορεί να διακατέχονται από γενική εκφραστική φτώχεια ή να μην έχουν εκφραστικό ρεπερτόριο ειδικά για τα συναισθήματα, επειδή δεν το έμαθαν, ή, πολύ συχνά, να περιορίζονται από άμυνες απέναντι στο συναίσθημα, μπλοκαρίσματα που δεν το αφήνουν να αναγνωριστεί ή να λεκτικοποιηθεί, έστω μερικώς.

Για όλους αυτούς τους λόγους, καμιά φορά το σύμβολο, αφενός με την πολυσημία του και τη συνθετική του ικανότητα (αποτέλεσμα αδιόρατων συνειρμικών συσχετίσεων) κι αφετέρου με την ιδιότητά του να κινείται στα όρια μεταξύ συνειδητού και μη συνειδητού, αποκτά τον ρόλο είτε του φορέα νοημάτων που οι λέξεις δεν μπορούν να αποδώσουν, είτε της Κερκόπορτας απέναντι στις ψυχολογικές άμυνες: η λεκτική επεξεργασία κι έκφραση, ως πιο συνειδητή, εύκολα αναχαιτίζεται από τις άμυνες. Η μέσω συμβόλων έκφραση μπορεί να διαφύγει από αυτές.

Σκεφτείτε το εξής παράδειγμα: Συνειδητά, ρητά, μπορεί να αρνείστε ότι είστε λυπημένοι ή ότι κάτι σας στοίχισε. Ακούτε ένα συγκεκριμένο τραγούδι και τα μάτια βουρκώνουν, το στήθος και το στομάχι σφίγγονται, νιώθετε αυτό που οι λέξεις αρνούνταν να ονοματίσουν. “Πού ήταν όλο αυτό;”, μπορεί να αναρωτηθείτε. Το σύμβολο (γιατί κι ένα τραγούδι ή ένα μουσικό κομμάτι είναι κατεξοχήν σύμβολο) τού επέτρεψε να εκφραστεί.

Η Τέχνη συνολικά είναι κατεξοχήν αυτό: σύμβολα, συμπυκνώσεις νοημάτων, συναισθημάτων, εμπειριών.

Αλλά όχι ενσωματωμένων σε αυτήν. Το σύμβολο αποκωδικοποιείται και νοηματοδοτείται στο μυαλό αυτού που το προσλαμβάνει. Εκεί γίνονται οι συσχετίσεις. Ναι, μερικά νοήματα είναι είτε προφανή, είτε πανανθρώπινα προσβάσιμα στο έδαφος κοινών εμπειριών, συντονιζόμαστε στις ερμηνείες μας. Άλλα όμως είναι παντελώς προσωπικά.

Πού μας οδηγούν όλα αυτά σε σχέση με το αρχικό μας θέμα;

Θυμίζω ότι ως σύμβολα ορίζουμε εδώ αντικείμενα, τελετουργίες, εικόνες, αρχέτυπα, λέξεις ή φράσεις. Μπορεί να είναι θρησκευτικά, “εναλλακτικά”, θεραπευτικά, καλλιτεχνικά, ευρύτερης αναγνώρισης ως τέτοια ή απολύτως προσωπικά – ένα δικό μας νόημα σε ένα δικό μας αντικείμενο ή σε μια δική μας νοερή εικόνα ή σε μια δική μας ακολουθία ενεργειών.

1. Όλοι μας, και οι πλέον ορθολογικοί ή πρακτικοί, χρησιμοποιούμε σύμβολα (απλά κάποια από αυτά είναι λιγότερο προφανή).

2. Τα σύμβολα μπορούν να βοηθήσουν στη νοηματοδότηση της πραγματικότητας και στην έκφρασή μας, καμιά φορά πολύ καλύτερα από τις λέξεις.

3. Τα σύμβολα έχουν νόημα πρωτίστως υποκειμενικό. Δεν κουβαλούν τα ίδια καμία ενέργεια και καμία μαγεία, πέρα από την κατ’ αρχήν ικανότητά τους να διεγείρουν συγκεκριμένους συνειρμούς στο μυαλό του δέκτη – ούτε καν πάντα τους ίδιους. Το νόημα, η όποια δύναμή τους να ασκήσουν επενέργεια στις σκέψεις μας, τη διάθεσή μας και τη συμπεριφορά μας, κατασκευάζονται στον δικό μας εγκέφαλο, ως μια εσωτερική διαδικασία αποκωδικοποίησης και σύνθεσης.

4. Η πίστη ότι τα σύμβολα καθ’ εαυτά έχουν τέτοια δύναμη είναι όντως ανορθολογική και δε στηρίζεται στην πραγματικότητα.

5. Η πεποίθηση ότι η καταφυγή στα σύμβολα είναι οπωσδήποτε (αποκλειστικά) πρωτόγονη δεισιδαιμονία είναι επίσης ανορθολογική και δε στηρίζεται στην πραγματικότητα.

6. Όταν χρησιμοποιούμε οποιασδήποτε μορφής σύμβολα οφείλουμε να ξέρουμε ότι είναι σύμβολα, όχι το νόημα το ίδιο (αυτό πρέπει να είναι ελεύθερο να αποδομείται και να αναδομείται, να αλλάζει και να συνδυάζεται).

7. Όταν βλέπουμε άλλους να χρησιμοποιούν σύμβολα, ας υπολογίζουμε την πιθανότητα να εκφράζονται μέσα από αυτά χωρίς κατ’ ανάγκη να τα περιβάλλουν με μαγική ισχύ, παραμένοντας σε κάτι που είναι δυνητικά παραγωγικό ή θεραπευτικό.

8. Αν το σύμβολο το βλέπετε ως ένα ευέλικτο εργαλείο για τη συναισθηματική έκφρασή σας ή για την ενθάρρυνση συνειρμών που θα βοηθήσουν στην αποκρυστάλλωση ενός νοήματος, αυτό είναι μια καλή χρήση του συμβόλου.

9. Αν αισθάνεστε ότι το σύμβολο υπαγορεύει με πολύ συγκεκριμένους τρόπους, δεσμευτικά, τις πράξεις σας ή τη ζωή σας ή το μέλλον σας, επειδή καθ’ εαυτό έχει τέτοια δύναμη, αυτό είναι μια κακή χρήση του συμβόλου.

10. Είναι ΟΚ να χρησιμοποιούμε σύμβολα για να εκφραζόμαστε ή για να καταλαβαίνουμε πιο εύκολα το εσωτερικό μας βίωμα (κάνοντας μη λεκτικές συσχετίσεις). Δεν είναι ΟΚ να τα χρησιμοποιούμε για να μη σκεφτόμαστε (ως προκατασκευασμένες ερμηνείες του κόσμου).

11. Είναι ΟΚ να χρησιμοποιούμε σύμβολα για να περιγράφουμε την πραγματικότητα. Δεν είναι ΟΚ να την υποκαθιστούν.

12. Είναι ΟΚ να χρησιμοποιούμε σύμβολα ξέροντας ότι εμείς πλάθουμε το νόημά τους. Δεν είναι ΟΚ να αποδίδουμε σε αυτά (ή τους παρόχους τους) την εξουσία να μας καθορίζουν, αποποιούμενοι την ελευθερία και την αυτονομία μας.

13. Είναι απαραίτητο να αναγνωρίζουμε την υποκειμενικότητα των συμβόλων και των ερμηνειών τους, την εξάρτησή τους από το μυαλό αυτού που τα υποδέχεται. Οποιαδήποτε αναγωγή τους σε κάτι δήθεν αντικειμενικό, με εξουσία επιβολής, συνιστά όντως οπισθοδρόμηση, ψυχική υποδούλωση και αυταρχισμό.

14. Είναι υποχρέωσή μας να αναγνωρίζουμε όσο το δυνατόν περισσότερες συνυποδηλώσεις και λειτουργίες ενός συμβόλου στον κοινωνικό χώρο. Πέρα, δηλαδή, από την προσωπική μας ανάγνωση, η οποία μπορεί να είναι θεμιτή και ακίνδυνη, να αναγνωρίζουμε πότε κάνει ευρύτερα κακό και να το αποτιμούμε και βάσει αυτού (διαφοροποιώντας ίσως την υιοθέτησή του, αν πχ μεγάλο κομμάτι των κοινωνών βλέπει σε αυτό κάτι άλλο, δυνητικά επικίνδυνο για την ορθολογική σκέψη, για τη συνύπαρξή μας, για την ασφάλεια ουσιωδών συμφερόντων και δικαιωμάτων άλλων).