Δύσκολα συναισθήματα, δύσκολες μνήμες, άσχημα λόγια που ειπώθηκαν, αναγκαία λόγια που δεν χώρεσαν, διαψεύσεις, προδοσίες, επώδυνες απογοητεύσεις, ανεπιθύμητες εκβάσεις, ορφανές ανάγκες, ρήξεις.
Αγκάθια στις σχέσεις με άλλους. Αγκάθια εσωτερικά.
Τι κάνω με όλα αυτά; Πώς θα τα τακτοποιήσω;
Πρέπει να συγχωρήσω; Πώς να συγχωρήσω;
Εν τέλει τι σημαίνει συγχωρώ;
Τι ΔΕΝ είναι συγχώρεση:
Συγχωρώ δε σημαίνει ότι επικροτώ, ότι επικυρώνω. Ότι αλλάζω με το ζόρι στάση πάνω στο τι έγινε ή ότι αλλάζω αξίες. Ότι αναδιατάσσω ή εγκαταλείπω τις ανάγκες μου.
Συγχωρώ δε σημαίνει ότι πιέζομαι να ξεχάσω, παραβιάζοντας αυτό που βίωσα. Πολύ περισσότερο ότι μου κάνω self-gaslighting, σαν να μην έγινε κάτι.
Συγχωρώ δε σημαίνει ότι εγκαταλείπω τα κρίσιμα όριά μου κι ότι επιτρέπω νέα παραβίασή τους.
Τι είναι συγχώρεση:
Συγχωρώ μπορεί να σημαίνει ότι κατανοώ από τι συνθήκες και τι προσωπική ιστορία προήλθε μια συμπεριφορά.
Χωρίς να πρέπει οπωσδήποτε να νιώσω συναισθήματα γι’ αυτό – η συγχώρεση δεν είναι εκβιασμένη ενσυναίσθηση, ούτε εκβιασμένη ηθική ανωτερότητα.
Συγχωρώ μπορεί να σημαίνει ότι αναγνωρίζω ότι όλοι είμαστε λειψοί, συχνά άτσαλοι, θνητοί κι ανθρώπινοι.
Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πρέπει να ανέχομαι κάθε εκδήλωση αυτών των ανθρώπινων ποιοτήτων.
Συγχωρώ μπορεί να σημαίνει ότι αναγνωρίζω ότι όλοι έχουμε ανάγκες, φόβους και άμυνες.
Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πρέπει να ξεχάσω τις δικές μου ανάγκες ή ευαισθησίες.
Συγχωρώ μπορεί να σημαίνει ότι αναγνωρίζω ότι εγώ κι ο άλλος (αυτός που “έφταιξε”) είμαστε ριζικά διαφορετικοί άνθρωποι (σε αξίες, κριτήρια, στόχους, ανάγκες).
Ίσως σε βαθμό που χρειάζεται να αλλάξω τις προσδοκίες μου. Ίσως σε βαθμό αγεφύρωτο. Ίσως σε βαθμό που κάνει τον άλλον να μη με αφορά πια.
Συγχώρεση εν τέλει σημαίνει να αναγνωρίζω και να καταλαβαίνω το (ανθρώπινο και συγκυριακό) πλαίσιο ως έχει, την ανθρώπινη συνθήκη, τη διάχυτη ατέλεια και τρωτότητα, τους κάθε λογής περιορισμούς. Και να υιοθετώ μια συνολική θέση (γνωστική, ηθική, συναισθηματική) μέσα από αυτό το πλαίσιο. Με εμένα, τις ανάγκες και τα συναισθήματά μου, να συμπεριλαμβάνονται σε αυτό.
Τι συνεπάγεται η συγχώρεση;
Επιχειρώντας την παραπάνω πιο συνολική διερεύνηση και διεύρυνση,
μεταφέροντας (όσο μπορώ) τη γωνία θέασης από τη θέση του θυμωμένου ή παραπονεμένου Παιδιού, που μόνο νιώθει, στη θέση του ώριμου Ενήλικα, που επιπλέον ξέρει,
αναλαμβάνοντας την ευθύνη του εαυτού μου και της πορείας μου από δω και πέρα,
μπορώ ίσως να συγχωρήσω.
Το οποίο θα σημαίνει ότι αυτό που έγινε:
- Θα το νοηματοδοτήσω ακριβέστερα.
- Θα το τοποθετήσω στο πλαίσιο που του αναλογεί.
- Θα πάψω να το βλέπω μόνο προσωπικά, σαν ένα συμβάν που σχετίζεται μόνο με μένα και σημαίνει κάτι μόνο για μένα – σχετίζεται και με τον άλλον, σχετίζεται και με τις υποκειμενικές συνθήκες του, σχετίζεται και με τις αντικειμενικές περιστάσεις και λέει πράγματα και γι’ αυτά. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οφείλω να αφαιρέσω το “προσωπικά”. Ως πρόσωπο θα μορφοποιήσω θέση, όχι ως αφηρημένος αντικειμενικός κριτής. Σεβόμενος και τα δικά μου.
Κι έτσι, ίσως το τακτοποιήσω καλύτερα μέσα μου. Ίσως το βγάλω από τη μέση, ίσως το κλείσω, ίσως το αφήσω να κυλήσει πίσω μου.
Εν τέλει, συγχωρώ σημαίνει απελευθερώνω και απελευθερώνομαι. Σημαίνει προχωρώ.
Δεν μπορώ να συγχωρήσω. Είναι ΟΚ;
Είναι.
Μερικές “μη συγχωρέσεις” είναι τιμή προς το βίωμά μας, προς ό,τι νιώσαμε ή και ακόμη νιώθουμε.
Καμιά φορά έχουμε κερδίσει ή πληρώσει ακριβά το δικαίωμα να μη συγχωρήσουμε.
Και χρειαζόμαστε έναν εσωτερικό συμβολικό “τύμβο” να μας το θυμίζει.
Αρκεί να μην το συντηρούμε ενεργό μέσα μας σαν τοξική εστία, σαν άλυτη εκκρεμότητα που ζητά συνεχώς την προσοχή μας και γεννά δύσκολα συναισθήματα. Έναν “τύμβο” τον επισκεπτόμαστε πού και πού, επετειακά. Δεν κατοικούμε εκεί.
Συγχώρεση: απευθυντέα οπωσδήποτε ή μια εσωτερική υπόθεση;
Η συγχώρεση δεν απευθύνεται οπωσδήποτε στον άλλον. Δεν επικοινωνείται πάντα. Καμιά φορά αρκεί να λάβει χώρα μέσα μας και μόνο. Σαν εσωτερική επεξεργασία και σαν εσωτερική κατακλείδα. Σαν εσωτερική και μόνο τελετή.
Ό,τι περιγράψαμε είναι περισσότερο μια διαδικασία διεύρυνσης της οπτικής μας, την ώρα που παραμένουμε θυμωμένοι, πικραμένοι, απογοητευμένοι. Την ώρα που κατακλυζόμαστε από μνήμες, συναισθήματα, φανταστικές σκηνές και φανταστικούς διαλόγους.
Το αν αυτή η διαδικασία περιλάβει:
- ανακοίνωση στον άλλον,
- επικοινωνία και διαπραγμάτευση με τον άλλον ή
- εσωτερική επεξεργασία και μόνο (άρα εσωτερικό “κλείσιμο”),
το αν αυτή η διαδικασία οδηγήσει:
- στο να τακτοποιήσουμε επαρκώς ό,τι έγινε και να αποκατασταθεί η σχέση,
- στο να τακτοποιήσουμε επαρκώς ό,τι έγινε και να αλλάξει εν μέρει η σχέση ή
- στο να τακτοποιήσουμε επαρκώς ό,τι έγινε και να διαρραγεί παντελώς η σχέση,
θα το καταδείξει η συνολική αίσθηση που μένει μετά, καθώς και η απάντηση στο ερώτημα:
“Τώρα, με όλο αυτό, τι θέλω και τι μπορώ να κάνω;”