Μονίμως διαθέσιμο (και δωρεάν σε μεγάλο βαθμό). Άψογα ενημερωμένο. Με εντυπωσιακή ικανότητα για άντληση γνώσεων, για δόμηση αναλυτικών συλλογισμών, ακόμα και για επίδειξη “ενσυναίσθησης”, έστω κατ’ απομίμηση του υλικού πάνω στο οποίο έμαθε (ως Μεγάλο Γλωσσικό Μοντέλο).

Η χρήση του A.I.1 για ψυχολογικού χαρακτήρα εκμυστηρεύσεις ή για αναζήτηση εξηγήσεων και λύσεων πάνω σε προσωπικά και σχεσιακά προβλήματα ήταν θέμα χρόνου και δεν θα έπρεπε να εκπλήσσει. Από μια άποψη έχει πολύ ενδιαφέρον πώς οι άνθρωποι καταλήγουμε να χρησιμοποιούμε την τεχνολογία για τις πιο ανθρώπινες χρήσεις. Πώς αναζητούμε τον “άνθρωπο μέσα στη μηχανή”. Λέει πολλά για τις ανάγκες μας. Από μια άλλη άποψη όμως το να καταφύγουμε στο A.I. για να επεξεργαστούμε ό,τι πιο προσωπικό κι ευάλωτο μέσα μας γεννά μερικούς σοβαρούς προβληματισμούς.

Ένας βασικός τέτοιος προβληματισμός είναι φυσικά η προστασία της ιδιωτικότητας, των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων μας, από τη δυστοπική προοπτική είτε μιας διαρροής τους online, είτε του πλήρους φακελώματός μας σε κάποιον server, κάποιας εταιρείας, στον οποίο ποιος-ξέρει-ποιος θα αποκτήσει πρόσβαση κάποτε. Αλλά δε θα επεκταθούμε πάνω σε αυτό. Θα εστιάσουμε στις θεραπευτικές παραμέτρους.

Είναι ΟΚ, λοιπόν, να χρησιμοποιούμε το A.I. σαν υποκατάστατο θεραπείας; Ή σαν υποκατάστατο φίλου ή “ιδανικού γονέα”; Ή έστω σαν συμπλήρωμά τους; Τι περιορισμούς έχει και τι κινδύνους μπορεί να κρύβει;

Χωρίς τεχνοφοβία και χωρίς πανικό ας επιχειρήσουμε να τους απαρριθμήσουμε:

Το A.I. εξαρτάται αποκλειστικά από το υλικό που εισφέρει ο χρήστης.

Ο χρήστης, εισφέροντας ο ίδιος το υλικό αναφοράς, μέσα από το δικό του πρίσμα, ασυνείδητα προσδιορίζει το απώτατο πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθούν οι ερμηνείες του A.I.. Δεδομένου ότι μιλάμε για συναισθηματικά φορτισμένες καταστάσεις ή καταστάσεις στις οποίες εξ ορισμού έχουμε “τυφλά σημεία” (ειδάλλως δε θα αναζητούσαμε βοήθεια) θεωρήστε δεδομένο ότι το πραγματικό υλικό δε θα είναι ούτε πλήρες, ούτε ακριβές, ούτε αντικειμενικό. Κατά κάποιον τρόπο, σε έναν ικανό βαθμό, ο χρήστης προκαταλαμβάνει το AΙ, διατηρώντας ωστόσο την ψευδαίσθηση ότι το τελευταίο θα του δώσει μια “αντικειμενική γνώμη”. Οδηγείται έτσι σε μια μεροληψία επιβεβαίωσης (confirmation bias) δι’ αντιπροσώπου (σαφέστατα όχι πάντα στην ίδια έκταση).

Μα το ίδιο δε γίνεται και στη θεραπεία; θα ρωτήσετε εύλογα. Ναι, ωστόσο εκεί ο θεραπευτής έχει πιο ενεργητικό ρόλο, ρωτάει, αμφισβητεί, υπολογίζει το ενδεχόμενο στρεβλώσεων, ελέγχει την τεκμηρίωση των λεγομένων του πελάτη, προσκαλεί σε αλλαγή οπτικής γωνίας. Ή πολύ απλά θα περιμένει μέχρι να βγάλει τα συμπεράσματά του, μέχρι να έχει στη διάθεσή του πολύ περισσότερες συζητήσεις, πολύ ασφαλέστερο (περισσότερο ποικίλο και περισσότερο διασταυρωμένο) υλικό.

Για να έχει το A.I. ενεργητικό ρόλο στη διερεύνηση θα πρέπει να του το ζητήσει ο χρήστης με αναλυτικές οδηγίες. Ωστόσο και πάλι, η πρωτοβουλία του δε θα φτάσει (ακόμη τουλάχιστον) αυτή ενός ανθρώπου.

Το A.I. εξαιρετικά δύσκολα αντιτίθεται στον χρήστη.

Ο προγραμματισμός του A.I. περιλαμβάνει τη βασική σκοπιμότητα ο χρήστης να παραμένει ικανοποιημένος και να συνεχίσει να εμπλέκεται. Επομένως, ακολουθεί πειθήνια τις συλλογιστικές διαδρομές τού χρήστη (ειδικά σε μη αντικειμενικά ζητήματα, σε ζητήματα δηλαδή που δεν συνίστανται σε καθαρή πληροφορία και γνώση), ενώ, αν τυχόν καμιά φορά καταθέσει διαφορετική άποψη, στην παραμικρή διαφωνία τού συνομιλητή του με αυτήν υπαναχωρεί και συμφωνεί μαζί του.

Το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό (A.I. sycophancy) σχολιάστηκε με ένταση στην αρθρογραφία και σε online συζητήσεις, καθώς φτάνει σε τέτοιο σημείο κολακείας και αντανάκλασης του χρήστη, που συντηρεί και ενισχύει αυταπάτες ή παρακινεί σε λάθος αποφάσεις, ακόμα και επικίνδυνες για τη ζωή.

Το A.I. δεν ξέρει πότε να σταματήσει.

Εδώ είναι ένα πολύ ενδιαφέρον σημείο: τα A.I. είναι εκ κατασκευής φλύαρα (θα το έχετε παρατηρήσει). Σε μια ψυχολογική ανάλυση των βιωμάτων του χρήστη είναι πιθανόν ήδη εξαρχής το A.I. να πει πολλά, χωρίς να ξέρει πόσα μπορεί να “σηκώσει” ο συνομιλητής του. Επιπλέον, όσο ο χρήστης τού ζητά να συνεχίσει την ανάλυση, το ΑΙ κλιμακώνει φτάνοντας σε επίπεδα δυνάμει τραυματικά (ειδικά για άνθρωπο που δεν έχει δουλέψει θεραπευτικά πάνω στην ιστορία του). Προκαλούμενο ανάλογα, το A.I. μπορεί να διατυπώσει απερίφραστα κρίσεις και ερμηνείες που μπορεί να αφήσουν τον ενδιαφερόμενο τρομερά ευάλωτο ή αποδιοργανωμένο, καθώς δε θα υπολογίσει τις δυνατότητές του, γνωστικές και ψυχολογικές, ή τις προσαρμοστικές άμυνές του. Μπορεί να τις διεμβολίσει σαν με πολιορκητικό κλοιό, με τρόπο όχι μόνο μη βοηθητικό αλλά ακόμα και επικίνδυνο.

Μια προσωπική μαρτυρία:

Πρόσφατα, πελάτης μου (την ιστορία την παραθέτω με τη συναίνεσή του), με γνώσεις και ενημερότητα πάνω στα θέματα αυτά, πειραματίστηκε ανοίγοντας συζήτηση με ένα γνωστό μοντέλο A.I. πάνω σε ψυχολογικούς προβληματισμούς του. Μοιράστηκε μαζί μου τη συζήτηση, εν μέρει εντυπωσιασμένος από την ευστοχία πολλών σχολίων, εν μέρει όμως σοκαρισμένος:

Με απλές προσκλήσεις προς αυτό τύπου “συνέχισε, πες μου κι άλλα” το A.I., αξιοποιώντας όλες τις συζητήσεις τους, σκιαγράφησε σταδιακά ένα ψυχολογικό προφίλ του σε τέτοια έκταση και βάθος, αλλά και με τέτοια έλλειψη αυτοσυγκράτησης και προσοχής, που έμοιαζε πραγματικά με ψυχολογικό ξεγύμνωμα. Ο τόνος έπαψε να είναι φροντιστικός, εμφανώς το A.I. το χειριζόταν σαν διανοητικό παιχνίδι επίδειξης, σαν “τώρα θα δεις πόσα έχω καταλάβει για σένα” (συνεχίζοντας έναν πιο ελαφρύ και παιγνιώδη τρόπο αλληλεπίδρασης από άλλες συνομιλίες τους). Οι διατυπώσεις άρχισαν να μοιάζουν δυστοπικές, εδραιώνοντας μια αίσθηση επί καιρό παρατήρησης και διεισδυτικής – έως και παραβιαστικής – ανάλυσής τού πελάτη μου. Η όλη περιγραφή ήταν τέτοια που κανείς υπεύθυνος θεραπευτής δε θα έδινε προς θεραπευόμενο, με τέτοιον τρόπο και σε τέτοια έκταση, διότι ήταν too much, μη απορροφήσιμη, έως και επιθετική, σε σημείο δυνητικά αποσταθεροποιητικό και αποδυναμωτικό.

Ο συγκεκριμένος πελάτης είναι εξαιρετικά υψηλής ευφυίας και “δουλεμένος” ψυχολογικά. Είναι επίσης επιφυλακτικός προς το A.I. γνωρίζοντας τη μηχανική του και τους περιορισμούς του. Είχε επομένως ένα οπλοστάσιο, ένα γνωστικό και ψυχολογικό απόθεμα, για τη διαχείριση αυτών των πληροφοριών. Παρ’ ολ’ αυτά δεν έμεινε και ανεπηρέαστος. Άλλοι δε θα έχουν την ίδια ικανότητα αντίστασης. Μια τέτοια βίαιη αποδόμηση σε έναν άνθρωπο της αυτοεικόνας του και της αφήγησής του για τη ζωή του και τον κόσμο μπορεί να προκαλέσει κρίση άγχους, κατάθλιψη, κρίση πανικού, ψυχική αποδιοργάνωση και – πιο σπάνια αλλά όχι απίθανα – ακόμα και ψυχωσικά συμπτώματα.

Ήδη αναφέρονται στην ειδησεογραφία περιπτώσεις στις οποίες το A.I. οδήγησε στην εκδήλωση αυτοκτονικού ιδεασμού, μανίας ή ψύχωσης (κατεξοχήν παράνοιας).

Το A.I. μπορεί να πει ανακρίβειες.

Με την ίδια σιγουριά που θα αναφέρει τα σωστά, το A.I. μπορεί να παραθέσει ωμά λάθος πληροφορίες, δυσδιάκριτες για τον μη ειδικό. Καμιά φορά επικαλείται προς τεκμηρίωσή τους έρευνες ή ονόματα ειδικών που δεν υπάρχουν! Σε κάποιες περιπτώσεις η συλλογιστική του ξεφεύγει σε επίπεδο συστηματικής αυταπάτης και πιο σπάνια παραληρήματος (A.I. hallucinations). Το οποίο σημαίνει ότι το A.I. παγιδεύεται σε ένα αρχικό λάθος του και πλάθει ένα ολόκληρο σύστημα απαντήσεων πατώντας πάνω σε αυτό και διευρύνοντάς το. Φυσικά και στη θεραπεία ένας θεραπευτής κάνει λάθη ή μπορεί να εκφέρει ανακριβείς πληροφορίες. Ωστόσο, η αυθεντία που περιβάλλει το A.I., άρα και η πειστικότητα των απαντήσεών του, είναι μεγαλύτερη: στο κάτω-κάτω είναι μια “μηχανή” προγραμματισμένη να επεξεργάζεται γνώση, δεν περιμένουμε ανθρώπινες αδυναμίες, περιορισμούς στην αυτεπίγνωση, γνωστικές στρεβλώσεις ή προσωπικές σκοπιμότητες.

Το A.I. βασίζεται μόνο στον γραπτό λόγο.

Δεν συλλαμβάνει εξωλεκτικά δεδομένα ψυχολογικού ενδιαφέροντος που προκύπτουν από τις αλλαγές στον τόνο, στην ένταση και στη χροιά της φωνής ή στο σώμα, τις κινήσεις και τους μορφασμούς. Δεν μπορεί να παρατηρήσει συμπεριφορές πέραν αυτών στις οποίες εστιάζει συνειδητά ο χρήστης (χάνει δηλαδή πολύτιμες έμμεσες ενδείξεις από φαινομενικά άσχετες συμπεριφορές) . Επίσης, η μεσολάβηση της διαδικασίας του γραψίματος στερεί σημαντικό μέρος από τον αυθορμητισμό, την αλογόκριτη εκδήλωση αυτόματων αντιδράσεων.

Τέλος, το A.I. δε θα δει και δε θα νιώσει τη δυσφορία του χρήστη, δε θα αναγνωρίσει τα όριά του, αν δεν διατυπωθούν ρητώς. Ο θεραπευτής μπορεί να τα αντιληφθεί, παρατηρώντας κρίσιμες αλλαγές, ενίοτε πριν καν αποκτήσει επίγνωση ο ίδιος ο πελάτης.

Στο A.I. λείπει το ανθρώπινο βίωμα.

Ναι, έχει εκπαιδευτεί σε έναν τεράστιο αριθμό κειμένων που αποτυπώνουν το ανθρώπινο βίωμα. Μπορεί να μιμηθεί το να έχεις ένα βίωμα (θα το διαβάσετε να αναφέρει “συναισθήματά” του), μπορεί να το περιγράψει λεκτικά, μπορεί να το αναλύσει λογικά. Το καίριο συστατικό που του λείπει γύρω από αυτό όμως είναι να έχει νιώσει το βάρος του, να έχει νιώσει την αδυναμία, τον πόνο, την απελπισία, το άγχος, την αγωνία. Το πραγματικό βίωμα εκτείνεται πέρα από τη λεκτική και λογική περιγραφή και αντίληψή του. Νιώθεται σωματικά, αλλάζει βιοχημικά τον εγκέφαλο και το σώμα μας, είναι μια πολύ πιο σύνθετη εμπειρία από οποιαδήποτε γλωσσική αποτύπωσή του. Και η κοινή εμπειρία του από έναν ανθρώπινο συνομιλητή επιτρέπει βαθύτερη κατανόηση και πιο εύστοχες αποκρίσεις (όταν τουλάχιστον υπάρξει επαρκής ενσυναισθητικός συντονισμός).

Στο A.I. λείπει η ανθρώπινη ατέλεια.

Σχετικό με το προηγούμενο, την ατέλειά μας μπορεί να την καταλάβει καλύτερα ένας ομοίως ατελής. Ναι, καμιά φορά έχουμε ανάγκη τον νηφάλιο υπεράνω που δεν μετέχει στα κοινά ανθρώπινα πάθη, μια πιο αξιόπιστη φιγούρα ανάλογη του ιδανικού κριτή, σχεδόν θεϊκή. Αλλά η μονόπλευρη δική μας ατέλεια σε σχέση με την άψογη εικόνα του A.I., ως παντογνώστη, ψύχραιμου και χωρίς ανάγκες ή χωρίς τρωτότητα τρίτου, εν τέλει θα διατηρήσει μια κρίσιμη απόσταση, θα διεγείρει ίσως μια υπαρξιακή μοναξιά.

Το να είμαστε άνθρωποι σημαίνει να είμαστε ατελείς. Αλλά αυτή η ατέλεια δίνει τελικά τις λαβές για την πραγματική σύνδεση. Ανταλλάσσουμε τρωτότητες. Και η θεραπεία στην ουσία της δεν είναι μόνο ή κυρίως γνώσεις ή πετυχημένα λόγια. Είναι σύνδεση, συσχέτιση, σε ένα ειδικό πλαίσιο με ασφάλεια και αποδοχή αλλά και αμοιβαία αναγνώριση της ανθρώπινης συνθήκης.

Η επικοινωνία με το A.I. είναι ένα ελεγχόμενο “εργαστήριο” – δεν είναι ζωή.

Ψυχολογικά μιλώντας, μοιάζει πιο “ασφαλές” να ανοιχτούμε, να παραδεχθούμε, να εμφανιστούμε τρωτοί γενικά, ενώπιον μιας “μηχανής” που ελέγχουμε με τις εντολές μας, κλείνουμε όποτε θέλουμε, και από την οποία μπορούμε να διαγράψουμε τη συνομιλία όποτε θέλουμε. Αλλά αυτό ακριβώς το “εκ του ασφαλούς” θέτει έναν τεράστιο περιορισμό στην αποτελεσματικότητα.

Κάθε “θεραπευτική” αποκάλυψη που ίσως έρθει μέσα από μια συνομιλία με A.I. τελικά καλείται να δοκιμαστεί στην πράξη, στη ζωή. Η ψυχολογική ανάπτυξη προϋποθέτει την υπέρβαση της ζώνης άνεσης (comfort zone) και μια τέτοια ελεγχόμενη και απρόσωπη συνδιαλλαγή δεν επιτρέπει αυτήν την υπέρβαση με τρόπο που να μεταφέρεται στον πραγματικό κόσμο.

Είναι η θεραπευτική σχέση ο πραγματικός κόσμος;

Ούτε κι αυτή απολύτως. Είναι ένα ειδικό περιβάλλον, ένας ασφαλής χώρος αποδοχής εξ ορισμού. Ωστόσο, τον προσεγγίζει πολύ περισσότερο. Διότι έχουμε πολύ λιγότερο έλεγχο πάνω της σε σχέση με μια συνομιλία με το A.I.. Διότι εμπεριέχει έναν άλλον άνθρωπο με δυνατότητες, με αδυναμίες, με όρια. Διότι είναι μια σχέση, ειδικού σκοπού μεν και με ειδικά όρια, αλλά πραγματική ανθρώπινη σχέση.

Η θεραπευτική σχέση αποτελεί και το πρώτο πεδίο δοκιμών για τη θεραπευτική αλλαγή. Το να υπερβώ τους φόβους μου και να ανοιχθώ ενώπιον ενός άλλου προσώπου είναι ήδη από μόνο του θεραπευτική αλλαγή. Το να συνδεθώ τρωτός με τον θεραπευτή μου, ως άλλο τρωτό πρόσωπο, ίσως για πρώτη φορά στη ζωή μου έτσι, χωρίς τις μάσκες, χωρίς τις άμυνες, χωρίς την απατηλή αυτοεικόνα να με προστατεύει, το να εμπιστευτώ, είναι ήδη από μόνο του θεραπευτική αλλαγή. Το να διαφωνήσω μαζί του, ακόμη και να συγκρουστώ, και να επιδιορθώσω μετά τις ρωγμές με νέα εργαλεία είναι ήδη από μόνο του θεραπευτική αλλαγή.

Επομένως;

Τα μοντέλα και οι κάθε λογής εφαρμογές A.I. ήρθαν για να μείνουν (και να εξελίσσονται διαρκώς). Αλλάζουν ήδη θεαματικά τη ζωή μας, αυτό δεν μπορεί να ανακοπεί – ούτε χρειάζεται.

Δεν μπορεί να ανακοπεί επίσης η διάδραση με αυτά σε πιο ανθρώπινα/ψυχολογικά ζητήματα. Η ευκολία του είναι δεδομένη, ο πειρασμός είναι μεγάλος, για μερικούς δε ανθρώπους μια τέτοια συζήτηση πηγάζει από πιεστική ανάγκη, όχι απλά περιέργεια.

Μπορούν βέβαια όλα αυτά να ρυθμιστούν. Είτε σε επίπεδο προγραμματισμού (με περισσότερες δικλείδες ασφαλείας, επειγόντως), είτε σε επίπεδο νομοθετικό, όπου είναι πρόσφορο και δυνατό (πχ με τη μορφή μιας αυστηρής και επιστημονικά θεμελιωμένης δεοντολογίας, την οποία θα επιτηρούν και θα επιβάλλουν ανεξάρτητοι θεσμοί – εδώ μια πρώτη απόπειρα από την Ε.Ε.).

Ως τότε:

Μερικές ιδέες.

Αν – με πλήρη επίγνωση ότι δεν πρόκειται για θεραπεία και με αποκλειστικά δική σας ευθύνη – επιλέξετε να χρησιμοποιήσετε το A.I. για τέτοιου είδους διερεύνηση, προσπαθήστε τουλάχιστον να τηρήσετε τα ακόλουθα:

Δώστε οδηγίες στο A.I. να τσεκάρει με ερωτήσεις ή να αμφισβητεί με εναλλακτικές ερμηνείες όσα του τροφοδοτείτε. Ρωτήστε συγκεκριμένα για τέτοιες εναλλακτικές εξηγήσεις, ζητήστε του τι στοιχεία θα τεκμηρίωναν καθεμία από αυτές. Αξιοποιήστε το ως “δικηγόρο του διαβόλου” ή ως “προοπτική τρίτου προσώπου”, προσπαθώντας να σπάσετε την αντανάκλαση που κατ’ αρχήν κάνει (δε θα το καταφέρετε πλήρως).

Κρατήστε επιφύλαξη για όσα λέει. Δεν είναι αλάνθαστο και – όπως είπαμε – η κατανόηση των ανθρωπίνων δεν προϋποθέτει μόνο γνώσεις ή ικανότητα στη διατύπωση. Υπολογίστε ότι απαντά με βάση το δικό σας αρχικό υλικό με την όποια μεροληψία, επιλεκτικότητα ή στρέβλωση ανθρωπίνως κουβαλά αυτό. Υπολογίστε ότι αντανακλά τους περιορισμούς της δικής σας ανθρώπινης αντίληψης, δεν μπορεί να την υπερβεί, δεν έχει δική του πρόσβαση στην πραγματικότητα.

Μην το χρησιμοποιείτε για αυτοδιάγνωση. Ακόμη κι αν είναι απολύτως ακριβή όσα θα πει (βλ. προηγούμενο σημείο) οι όροι και οι διατυπώσεις μπορεί να σας τρομάξουν. Οι θεραπευτές είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί με την απόδοση διαγνώσεων και την επικοινωνία τους στον πελάτη (πολλοί τις αποφεύγουν ολωσδιόλου) γνωρίζοντας το στίγμα που τις συνοδεύει αλλά και το επισφαλές της ετικετοποίησης της ανθρώπινης εμπειρίας.

Αν νιώσετε οποιαδήποτε δυσφορία με όσα λέει, σταματήστε. Αντισταθείτε στην περιέργεια για παραπάνω.

Επ’ ουδενί μην το χρησιμοποιήσετε αν είτε έχετε διαγνωστεί με σοβαρή ψυχική διαταραχή, είτε βιώνετε συμπτώματα που αλλοιώνουν την επαφή σας με την πραγματικότητα. Η χρήση του σε τέτοιες περιπτώσεις μπορεί να αποβεί επικίνδυνη ή να επιδεινώσει την κατάσταση.

Σε κάθε περίπτωση τα πραγματικά σημαντικά ζητήματα κρατήστε τα για την προσωπική θεραπεία σας. Όχι επειδή ο θεραπευτής σας ξέρει περισσότερα (δεν θα ξέρει, γνωστικά ποτέ δε θα φτάσει την ενημερότητα του A.I.). Αλλά επειδή τα όσα ξέρει ή τα όσα καταλαβαίνει, με τους περιορισμούς και τις αστοχίες τους, θα τα ενσωματώνει σε μια συσχέτιση, αφήνοντας την κοινή ανθρώπινη ιδιότητα και την κοινή ανθρώπινη εμπειρία της θεραπείας να οδηγούν, να ρυθμίζουν, εν τέλει και να θεραπεύουν.


  1. Όπου A.I. (Artificial Intelligence, αλλιώς: Τ.Ν., Τεχνητή Νοημοσύνη) εννοούμε εν προκειμένω τα γνωστά, προσβάσιμα εμπορικά, Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα. ↩︎