Τι ιστορία λέω για τον εαυτό μου;
Τι ιστορία λέω για τη ζωή; Για τους άλλους ανθρώπους; Για την τύχη μου;
Συνήθως δεν το συνειδητοποιούμε, αλλά πίσω από κάθε εμπειρία μας απλώνεται, σαν ενιαίο δομικό υπόστρωμα, σαν μόνιμος καμβάς, σαν συνεκτικός αρμός, μια γενική αφήγηση κατανόησης του Εαυτού και του κόσμου. Μια βασική πλοκή, με ένα ή περισσότερα κεντρικά θέματα και με χαρακτηριστικό τόνο – για άλλους δράμα, για άλλους περιπέτεια, για άλλους αγωνιώδες θρίλερ και για άλλους ήσυχο ταξιδιωτικό ντοκιμαντέρ.
Αυτή η αφήγηση δε λειτουργεί μόνο αναδρομικά, σαν ανασκόπηση της ζωής μας (ακριβής ή όχι). Ασυνείδητα λειτουργεί και προβλεπτικά, ενσωματώνοντας προσδοκίες. Και μάλιστα έχει υψηλές πιθανότητες να επαληθευτεί.
Όχι φυσικά λόγω κάποιας μεταφυσικής “έλξης”. Όχι λόγω κάποιας “μοίρας”, λόγω των …άστρων ή οποιασδήποτε άλλης προδιαγεγραμμένης και αναπόδραστης νομοτέλειας.
Έχει υψηλές πιθανότητες να επαληθευτεί, διότι η αφήγηση αυτή μπορεί να επηρεάσει:
- Πώς αντιλαμβάνομαι τον Εαυτό μου, τις ικανότητές μου και την αίσθηση ελέγχου μου – άρα πώς τοποθετούμαι απέναντι στην πραγματικότητα, τις δυνατότητες και τις ευκαιρίες: σαν πρωταγωνιστής; σαν δρων υποκείμενο με αυτενέργεια; ή σαν κομπάρσος και σαν παθητικός δέκτης;
- Πού εστιάζω την προσοχή μου, τι αντιλαμβάνομαι από τα περιβαλλοντικά ερεθίσματα και πόση σημασία τους δίνω – άρα ποιο μέρος από την πραγματικότητα βλέπω (διότι ποτέ δεν τη βλέπω ολόκληρη).
- Πώς ερμηνεύω τα περιβαλλοντικά ερεθίσματα, τι πρόσημο τους δίνω (θετικό ή αρνητικό), αν τα βρίσκω σχετικά με εμένα ή όχι, τι συγκεκριμένο περιεχόμενο τους αποδίδω.
- Ιδίως: τι μεροληψίες/προκαταλήψεις υιοθετώ ασυνείδητα, τι προβλέπω, τι προαποφασίζω, τι τεκμαίρω ως βέβαιο δίχως στοιχεία, με έτοιμα συμπεράσματα, με ψευδείς βεβαιότητες και γενικεύσεις, με λογικά άλματα, τι εκλαμβάνω ως αυτονόητο και δεδομένο.
- Πώς αντιδρώ στα περιβαλλοντικά ερεθίσματα, πώς συμπεριφέρομαι:
- τι επιλογές κάνω και προς ποια κατεύθυνση,
- τι στόχους βάζω (και αν βάζω),
- πόσο κινητοποιούμαι, πόσο αναζητώ λύσεις σε τυχόν προβλήματα ή αντιθέτως τα παρατάω, πόσο προσπαθώ και πώς προσπαθώ,
- τι εκπέμπω προς τα έξω, τι σήματα δίνω στους άλλους ανθρώπους, άρα τι ανθρώπους έλκω και τι συμπεριφορές τους προ(σ)καλώ,
- αν με υποστηρίζω και με ενθαρρύνω ή αν με υπονομεύω,
- τι συναισθήματα θα νιώσω και πώς θα τα αντιμετωπίσω (πχ εύλογο άγχος ή πανικό; διαχειρίσιμη ματαίωση ή ηττοπάθεια; θα τα φροντίσω και θα τα ρυθμίσω ή θα παραδοθώ και θα βουλιάξω σε αυτά;)
Σκεφτείτε πχ τις εξής δύο διαφορετικές (σχηματικές) αφηγήσεις:
“Σε μένα δεν αναλογεί καλό. Δε θα αγαπηθώ ποτέ και δε θα πετύχω ποτέ. Είναι μάταιο, δεν αξίζω, δεν μπορώ.”
και
“Ασχέτως τι συνέβη ως τώρα, η ζωή έχει δυνατότητες, εγώ έχω δυνατότητες – και σε έναν καλό βαθμό μπορώ να τις διευρύνω μάλιστα. Η ζωή χωράει και λάθη, έχει και πολύ τυχαίο, αλλά γενικά μπορώ να τα καταφέρω. Μου αξίζει και μπορώ να ευτυχήσω και να αγαπηθώ.”
Επιστρέψτε στα προηγούμενα σημεία και φανταστείτε πόσο διαφορετικά θα λειτουργούσαμε στο καθένα ανάλογα με την αφήγηση η οποία θα “έτρεχε” μέσα μας. Τι θα προσέχαμε, πώς θα το ερμηνεύαμε, πώς θα φερόμασταν. Και σε πόσο διαφορετικά αποτελέσματα θα οδηγούμασταν.
Επομένως, η αφήγηση που αναπαράγουμε μέσα μας για τον Εαυτό μας και για τον Κόσμο λειτουργεί σαν φίλτρο της πραγματικότητας, σαν οδηγίες χρήσης για την πραγματικότητα και σαν ερμηνευτικό λεξικό της πραγματικότητας. Προκαλώντας τελικά αποτελέσματα που τη δικαιώνουν. Εδραιώνοντας έναν φαύλο κύκλο. Καταλήγοντας να λειτουργεί σαν αυτοεκπληρούμενη προφητεία.
Παρέκβαση:
Πώς συντελείται αυτό νευροβιολογικά;
Η ιστορία μας αναπαράγεται σταθερά ως “αφήγηση περί Εαυτού” (self-narrative) στον εγκέφαλό μας. Αυτό γίνεται μέσω:
- της λειτουργίας του Δικτύου Διακριτότητας (Salience Network) ως επιλεκτικού “προβολέα” που φωτίζει με τη συνειδητή προσοχή μας μέρος μόνο της συνολικής εμπειρίας μας,
- της επεξεργασίας που κάνει ασυνείδητα το Δίκτυο Αυτόματης Λειτουργίας (Default Mode Network) πάνω στις εμπειρίες και τις μνήμες μας,
- της λειτουργίας ειδικότερα του μέσου Προμετωπιαίου Φλοιού (medial Prefrontal Cortex) και του Πρόσθιου Φλοιού του Προσαγωγίου (Anterior Cingulate Cortex), που εμπλέκονται στην αυτοαναφορική επεξεργασία (self-referential processing) και λειτουργούν ως “φίλτρο συνάφειας” με τον Εαυτό κατά τη νοηματοδότηση ερεθισμάτων,
- της λειτουργίας του αριστερού ημισφαιρίου ως ενοποιητικού “διερμηνέα/αφηγητή” (interpreter), ο οποίος (σε συνεργασία με άλλες δομές) συνθέτει τα δεδομένα σε μια ιστορία με συνοχή (ακόμη κι αν χρειαστεί να την επινοήσει),
- της “αυτοβιογραφικής μνήμης”, του μέρους εκείνου της μνήμης που αποθηκεύει επεισόδια από τη ζωή μας με εμάς πρωταγωνιστές, σαν να γράφει την αυτοβιογραφία μας,
- της εδραίωσης γνωστικών στρεβλώσεων και ψυχολογικών αμυνών ως σχετικά σταθερών μοτίβων νευρωνικής ενεργοποίησης (για την προστασία της συνοχής και ιδίως της αντίληψης του Εαυτού και για τη διαχείριση απειλητικών γι’ αυτήν βιωμάτων),
- τις αρχές της οικονομίας και της αποτελεσματικότητας, οι οποίες διέπουν τη λειτουργία του εγκεφάλου και υπαγορεύουν την εξοικονόμηση πόρων (την ελαχιστοποίηση του ενεργειακού κόστους) μέσω της διατήρησης μιας σταθερής (ανθεκτικής στην αλλαγή) βασικής κατανόησης της πραγματικότητας,
- της συνακόλουθης χρήσης “ευρετικών” (heuristics), συντομεύσεων δηλαδή στους συλλογισμούς του εγκεφάλου (με απλά λόγια: ο εγκέφαλός μας “κλέβει”, για να γλιτώσει χρόνο και ενέργεια, με το να σκέφτεται ταχύτατα μεν αλλά συχνά “τσαπατσούλικα”, πιθανολογώντας, τεκμαίροντας, γενικεύοντας κλπ).
Κατά κάποιον τρόπο η κάθε αφήγηση προστατεύει και συντηρεί την ύπαρξή της.
Ο εγκέφαλος προστατεύει το να έχει μια σταθερή και συνεκτική διαχρονικά κατανόηση και ερμηνεία του κόσμου. Προστατεύει και συντηρεί την ιστορία στην οποία κάποτε (με τις τότε διαθέσιμες πηγές και συνθήκες) κατέληξε, τον τρόπο διαχείρισης του κόσμου που κάποτε (με τα τότε διαθέσιμα εργαλεία) έκρινε ως “αποτελεσματικό” (ενώ μπορεί να μην είναι πια καθόλου). Το κάνει αυτό τόσο περισσότερο, όσο πιο έντονα χαράκτηκαν στη μνήμη τα τότε βιώματα που προκάλεσαν τα παραπάνω. Και, μέσα από τα φίλτρα αντίληψης και ερμηνείας που ενεργοποιεί, τείνει να αυτοδικαιώνεται, να αυτοεπαληθεύεται.
Φυσικά η αφήγηση αυτή, όταν είναι περιοριστική, δεν δημιουργήθηκε τυχαία. Δεν την επιλέξαμε ελεύθερα. Δε φταίμε για την ύπαρξή της.
“Ουδείς εκών κακός”, έγραφε ο Πλάτωνας, “ουδείς εκών δυστυχής” θα συμπληρώναμε.
Αναγκαστήκαμε να την πλάσουμε έτσι. Οδηγηθήκαμε σε αυτήν. Από γεγονότα, συνθήκες, επιρροές, υποβολές άλλων. Πολλές φορές είναι ατόφια η ιστορία που οι Σημαντικοί Άλλοι της ζωής μας περιέγραφαν για μας. Ή ατόφια η ιστορία που αυτοί ενσάρκωναν και την οποία μιμηθήκαμε σαν αυτονόητη, το μόνο (ή το μακράν πιο επιδραστικό) παράδειγμά μας.
Και φτάνουμε στο κρίσιμο ερώτημα:
Αλλάζει;
Απάντηση: Αλλάζει.
Σε νευροβιολογικό επίπεδο το εγγυάται η δυνατότητα του ίδιου του εγκεφάλου – παρά τον εγγενή συντηρητισμό του που περιγράψαμε – να αλλάζει, ειδικά αν εκπαιδευτεί εκ νέου για αυτό. Πρόκειται για τη νευροπλαστικότητα (neuroplasticity), την ιδιότητα των νευρωνικών συνάψεων να αναδιατάσσονται: άλλες να εξασθενούν, άλλες να δυναμώνουν, νέες να δημιουργούνται.
Δυνατότητα και ευθύνη μας είναι:
- να αναγνωρίσουμε την προσωπική ιστορία που επαναλαμβάνουμε (στα συστατικά της και στην προέλευσή της),
- να δούμε με θάρρος τα αποτελέσματα που έχει στη ζωή μας,
- να εντοπίσουμε την ανελαστικότητα, τη μερικότητα και τις ανεπίκαιρες στρεβλώσεις που περιλαμβάνει – τα ψέματά της,
- να τολμήσουμε να φανταστούμε εναλλακτικές και
- σιγά-σιγά να την αλλάξουμε σε μια αφήγηση πιο ακριβή, πιο ευέλικτη, πιο “ανοικτή” προς το μέλλον και τις δυνατότητες, πιο δίκαιη και επιεική για μας.
Κι αυτό είναι – μεταξύ άλλων – το έργο της προσωπικής θεραπείας.